Η επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν υπό τον Ντόναλντ Τραμπ εκτόξευσε τις τιμές των ορυκτών καυσίμων αλλά ταυτόχρονα επιτάχυνε θεαματικά τη στροφή σε ανανεώσιμες πηγές. Η ενεργειακή ασφάλεια επαναπροσδιορίζεται, με τους ψηφοφόρους να αντιμετωπίζουν πλέον τις πράσινες τεχνολογίες ως ρεαλιστική, πατριωτική επιλογή.
Η παράδοξη συνέπεια της επιθετικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν είναι ότι, αντί να παγιώσει την κυριαρχία των ορυκτών καυσίμων, επιταχύνει την παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση. Η παράνομη –όπως τη χαρακτηρίζουν πολλοί διεθνολόγοι– στρατιωτική επέμβαση έχει προκαλέσει άλμα στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, προσφέροντας βραχυπρόθεσμα τεράστια κέρδη σε πετρελαϊκές εταιρείες και καθεστώτα που βασίζονται στις εξαγωγές υδρογονανθράκων. Ταυτόχρονα όμως, καταδεικνύει με ωμό τρόπο ότι η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα συνιστά στρατηγικό ρίσκο και όχι ασφάλεια.
Η ενεργειακή ασφάλεια ως καταλύτης της πράσινης στροφής
Η συγκέντρωση των αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων σε γεωπολιτικά ασταθείς περιοχές, η εξάρτηση από μακρές και ευάλωτες εφοδιαστικές αλυσίδες και η ακραία μεταβλητότητα των τιμών αναδεικνύονται πλέον ως κρίσιμοι παράγοντες εθνικού κινδύνου. Η επίθεση στο Ιράν, με την άνοδο των διεθνών τιμών, λειτουργεί ως διδακτικό σοκ: κυβερνήσεις και κοινωνίες αντιλαμβάνονται ότι κάθε νέα κρίση μπορεί να μεταφραστεί σε κοινωνική αναταραχή, πληθωρισμό και πολιτική αστάθεια.
Παρότι ορισμένα κράτη αντέδρασαν βραχυπρόθεσμα αυξάνοντας επιδοτήσεις στα καύσιμα ή μειώνοντας φόρους για να μετριάσουν το κόστος διαβίωσης, η στρατηγική κατεύθυνση αλλάζει. Η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα –είτε προέρχονται από «φίλιες» είτε από εχθρικές χώρες– αναδεικνύεται σε κεντρικό στόχο, με τις ανανεώσιμες πηγές, την ηλεκτροκίνηση και τις τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας να θεωρούνται πλέον εργαλείο κυριαρχίας, όχι «πολυτέλεια των οικολόγων».
Έκρηξη ζήτησης για ηλεκτρικά οχήματα και καθαρές τεχνολογίες
Τα στοιχεία από την Ευρώπη και την Ασία δείχνουν εντυπωσιακή αύξηση ενδιαφέροντος για ηλεκτρικά οχήματα, φωτοβολταϊκά στέγης και αντλίες θερμότητας μετά την έναρξη των εχθροπραξιών. Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι αναζητήσεις για αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων αυξήθηκαν πάνω από 20%, στη Γερμανία κατά 50% και στη Γαλλία κατά 160%, ενώ ανάλογες τάσεις καταγράφονται σε Ινδία, ΝΑ Ασία και Νότια Κορέα. Ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου η κυβέρνηση Τραμπ έχει συστηματικά υπονομεύσει τις πράσινες πολιτικές, η ζήτηση για ηλεκτροκίνηση επιταχύνεται.
Η τεχνολογική πρόοδος ενισχύει αυτή τη στροφή. Οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας υπόσχονται να μετατρέψουν τις ΑΠΕ σε αξιόπιστη βασική ισχύ, μειώνοντας την ανάγκη για θερμικές μονάδες ως «έσχατη λύση». Οι στερεάς κατάστασης μπαταρίες ανοίγουν τον δρόμο για ταχύτατη φόρτιση και μεγαλύτερη αυτονομία, ενώ τα πρώτα βήματα στις λεγόμενες κβαντικές μπαταρίες προοιωνίζονται νέα ανατροπή στο ενεργειακό σύστημα.
Πολιτικές και οικονομικές συνέπειες για τη Δύση
Σε αυτό το πλαίσιο, οι κυβερνήσεις που επιμένουν να επενδύουν σε νέα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου –όπως τα ώριμα αλλά φθίνοντα πεδία της Βόρειας Θάλασσας– κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε ακριβά, βραχύβια περιουσιακά στοιχεία. Η σύγκριση με τεχνολογίες που οδεύουν προς μαζική παραγωγή και πτώση κόστους είναι συντριπτική: η επένδυση σε νέες πλατφόρμες εξόρυξης μοιάζει όλο και περισσότερο με επένδυση σε γραφομηχανές την εποχή των υπολογιστών.
Παράλληλα, αποκαλύπτεται το εκτεταμένο δίκτυο χρηματοδότησης αντι-πράσινης προπαγάνδας στην Ευρώπη, με κεφάλαια που συνδέονται με ρωσικά έσοδα από πετρέλαιο και με αυταρχικά καθεστώτα. Η πτώση καθεστώτων που είχαν αναπτύξει στενές σχέσεις με τον Τραμπ και άλλους ηγέτες της άκρας δεξιάς απειλεί να διαρρήξει αυτό το οικονομικό και επικοινωνιακό οικοσύστημα.
Οι «οικολόγοι» ως νέοι ρεαλιστές της γεωπολιτικής
Μέσα σε αυτή την ανατροπή, τα πράσινα κινήματα και τα κόμματα που για χρόνια λοιδορήθηκαν ως «ουτοπικά» εμφανίζονται σήμερα ως οι μόνοι που είχαν διαβάσει σωστά το μείγμα κλιματικού, οικονομικού και γεωπολιτικού ρίσκου. Η πρότασή τους για ταχεία μετάβαση σε ηλεκτροκίνηση, ενεργειακή εξοικονόμηση και πόλεις μικρών αποστάσεων –όπως το παράδειγμα του «15λεπτου» Παρισιού– δεν είναι πλέον ιδεολογικό πρόταγμα, αλλά σχέδιο εθνικής ανθεκτικότητας.
Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Τραμπ, επιχειρώντας να ακυρώσει κάθε πράσινη πολιτική, λειτουργεί ως καταλύτης για την επιτάχυνση της μετάβασης. Η βίαιη ανάδειξη της ευαλωτότητας των ορυκτών καυσίμων, η αποκάλυψη του ρόλου του «μαύρου χρήματος» στην πολιτική και η κοινωνική πίεση για ενεργειακή αυτονομία ενδέχεται τελικά να αποδυναμώσουν όχι μόνο τον τραμπισμό, αλλά και τη βιομηχανία που τον στηρίζει.
Σχόλιο
: Η κρίση που πυροδότησε ο Τραμπ επιβεβαιώνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι πλέον κυρίως κλιματική ή ιδεολογική επιλογή, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα. Όσα κράτη, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, καθυστερήσουν σε ΑΠΕ, αποθήκευση και εξηλεκτρισμό, κινδυνεύουν να βρεθούν σε δομικό μειονέκτημα σε κόστος, ασφάλεια και επενδύσεις.






