Το ουγγρικό ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε κεντρικό πυλώνα του καθεστώτος Όρμπαν, με τεράστια κρατική στήριξη και πολιτικές στοχεύσεις. Η επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση θα κρίνει αν αυτό το μοντέλο «αθλητικού πελατειασμού» μπορεί να ανατραπεί δημοκρατικά.
Στην Ουγγαρία, το ποδόσφαιρο δεν είναι απλώς άθλημα, αλλά βασικό εργαλείο πολιτικής ισχύος για τον Βίκτορ Όρμπαν και το κόμμα Fidesz. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές της 12ης Απριλίου, το δίκτυο γηπέδων, ακαδημιών και συλλόγων που έχει οικοδομηθεί με κρατικό χρήμα λειτουργεί ως μηχανισμός πατρωνίας, επηρεάζοντας εκλογικές συμπεριφορές τόσο στο εσωτερικό όσο και στη διασπορά.
Στάδια, φόροι και πελατειακά δίκτυα γύρω από το Fidesz
Χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη προεκλογική συγκέντρωση του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς υπέρ του «φανταστικού» –όπως τον αποκάλεσε– Βίκτορ Όρμπαν, στο Groupama Arena, έδρα της Φερεντσβάρος. Το σύγχρονο γήπεδο 24.000 θέσεων, με σουίτες VIP, εγκαινιάστηκε το 2014, λίγο μετά την ανάληψη της προεδρίας του συλλόγου από βουλευτή του Fidesz. Για τον Ούγγρο κοινωνιολόγο του αθλητισμού Γκιόζο Μόλναρ, αυτή η σκηνοθεσία μόνο τυχαία δεν είναι: το γήπεδο είναι «η προτιμώμενη αρένα του Όρμπαν», συμβολικά και κυριολεκτικά.
Ο κρατικός έλεγχος δεν περιορίζεται σε έναν σύλλογο. Σχεδόν κάθε ομάδα της πρώτης κατηγορίας επηρεάζεται από το Fidesz, είτε μέσω πολιτικών προσώπων σε διοικητικές θέσεις, είτε μέσω συμμετοχής κρατικών φορέων στο μετοχικό κεφάλαιο, είτε μέσω απευθείας χρηματοδότησης. Κομβικό εργαλείο είναι το φορολογικό πρόγραμμα TAO, που από το 2011 επιτρέπει σε εταιρείες να εκπέσουν έως και το 100% των δωρεών τους σε επιλεγμένα αθλήματα από τον εταιρικό φόρο. Έτσι, δισεκατομμύρια έχουν διοχετευθεί σε «φιλικούς» συλλόγους και σε έργα υποδομής, με τις σχετικές εργολαβίες να καταλήγουν συχνά σε επιχειρηματίες προσκείμενους στην κυβέρνηση.
Σε μια χώρα που κατατάσσεται σταθερά ως η πιο διεφθαρμένη της ΕΕ των 27 και μία από τις φτωχότερες, η προτεραιοποίηση του ποδοσφαίρου προκαλεί έντονη κριτική. Ο ίδιος ο Όρμπαν, ωστόσο, υπερασπίζεται το TAO, υποστηρίζοντας ότι πριν από αυτό «ο κόσμος των επιχειρηματιών και ο αθλητισμός δεν είχαν καμία σχέση» και ότι δεν είναι «φυσιολογικό» να μετανιώνει κανείς για δαπάνες σε γήπεδα και αθλητισμό για παιδιά.
Εθνικιστική αφήγηση, διασπορά και το διακύβευμα του τελικού Champions League
Η στρατηγική εκτείνεται και εκτός συνόρων. Από το 2010, με την απλοποιημένη πολιτογράφηση, οι εθνοτικοί Ούγγροι σε γειτονικές χώρες (Ρουμανία, Σλοβακία, Σερβία, Σλοβενία, Κροατία, Ουκρανία) απέκτησαν δικαίωμα ψήφου στις ουγγρικές εκλογές – και παραδοσιακά στηρίζουν μαζικά το Fidesz. Οι επενδύσεις σε γήπεδα, ακαδημίες και προγράμματα νέων σε αυτές τις κοινότητες λειτουργούν ως απτή απόδειξη ότι η κυβέρνηση «νοιάζεται για τους Ούγγρους πέρα από τα σύνορα», ενισχύοντας περαιτέρω τον δεσμό τους με τον Όρμπαν.
Στο εσωτερικό, εμβληματικό παράδειγμα είναι η Puskas Akademia, που ιδρύθηκε το 2007 και αποτελεί προσωπικό πρότζεκτ του Όρμπαν, ο οποίος έχει χρηματοδοτήσει και ελέγχει πλήρως τον σύλλογο. Το γήπεδο Pancho Arena στο Φέλτσουτ –κωμόπολη όπου ο ίδιος διατηρεί ιδιοκτησία– έχει χωρητικότητα διπλάσια του τοπικού πληθυσμού, αναδεικνύοντας το μέγεθος της επένδυσης.
Ο Όρμπαν, παλιός ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής και φανατικός οπαδός, αξιοποιεί και την εθνική ομάδα για να αφηγηθεί μια ιστορία «χαμένης δόξας» και εθνικής αναγέννησης. Από την εποχή των «Μαγυάρων θαυμάτων» του Φέρεντς Πούσκας μέχρι την παρακμή επί κομμουνισμού, η αφήγηση που προωθεί είναι: «να κάνουμε ξανά το ουγγρικό ποδόσφαιρο μεγάλο», όπως ο ίδιος φέρεται να έχει πει, ακόμη και με καπέλα που έφεραν αυτό το σύνθημα.
Το αποκορύφωμα αυτής της στρατηγικής είναι η διοργάνωση του τελικού του Champions League στο Puskas Arena της Βουδαπέστης στις 30 Μαΐου. Για τον Μόλναρ, ο Όρμπαν το βλέπει ως «τεράστια επιβεβαίωση» της πολιτικής του για τον αθλητισμό ως εργαλείο οικοδόμησης έθνους. Αν χάσει τις εκλογές, ο τελικός θα διεξαχθεί υπό νέα κυβέρνηση – ένα «συμβολικά πικρό» σενάριο, όπου κάποιος άλλος θα κόψει την κορδέλα στο έργο-παρακαταθήκη του.
Είτε παραμείνει είτε όχι στην εξουσία, το ερώτημα που αναδεικνύεται είναι αν τα εδραιωμένα πελατειακά δίκτυα γύρω από το ποδόσφαιρο μπορούν πράγματι να αποδομηθούν μέσω δημοκρατικών διαδικασιών ή αν αποτελούν πλέον δομικό στοιχείο της ουγγρικής πολιτικής οικονομίας.
Σχόλιο
: Η ουγγρική περίπτωση δείχνει πώς ο αθλητισμός μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο αυταρχικού λαϊκισμού: φορολογικά προνόμια, στοχευμένες επενδύσεις και συμβολικές διοργανώσεις παράγουν πολιτικό κεφάλαιο, δημιουργώντας ένα πλέγμα συμφερόντων που καθιστά την εναλλαγή εξουσίας πολύ πιο σύνθετη από μια απλή εκλογική αναμέτρηση.






