Η ρωσική ηγεσία καταγγέλλει κλιμάκωση μιλιταρισμού στην Ευρώπη με επίκεντρο τη Ρωσία. Στο επίκεντρο τίθενται ασφάλεια, Γερμανία και Ουκρανία.
Το Κρεμλίνο διαπιστώνει «άνοδο του μιλιταρισμού» στην Ευρώπη με σαφή στόχευση τη Ρωσία, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τύπου Ντμίτρι Πέσκοφ. Η δήλωση έρχεται σε μια περίοδο ενίσχυσης των αμυντικών δαπανών πολλών ευρωπαϊκών χωρών και επαναπροσδιορισμού της ευρωπαϊκής στρατηγικής ασφάλειας λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Πώς ερμηνεύει η Μόσχα τις κινήσεις της Ευρώπης
Ο Πέσκοφ υποστήριξε ότι η Μόσχα «βλέπει άνοδο του μιλιταρισμού σε όλη την Ευρώπη» και ότι η τάση αυτή είναι «κακή» για τη συνολική ασφάλεια της ηπείρου. Κατά την προσέγγιση του Κρεμλίνου, η ενίσχυση των ευρωπαϊκών στρατών, η αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών και η στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία συνιστούν ενιαίο μέτωπο στρατηγικής πίεσης προς τη Ρωσική Ομοσπονδία.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο εκπρόσωπος σημείωσε ότι οι ρωσικές αρχές «υποχρεώνονται» να λάβουν πρόσθετα μέτρα για την προστασία των εθνικών συμφερόντων. Σύνδεσε αυτή την προσαρμογή με τους στόχους που τέθηκαν «στην αρχή της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης», επιβεβαιώνοντας ότι η Μόσχα αντιμετωπίζει τις ευρωπαϊκές κινήσεις ως συνέχεια και επέκταση της σύγκρουσης στην Ουκρανία.
Νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας και ο ρόλος της Γερμανίας
Ο Πέσκοφ υποστήριξε ότι καμία νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη χωρίς διάλογο με τη Ρωσία. Η θέση αυτή επιδιώκει να διασφαλίσει πως, παρά τις κυρώσεις και τη στρατιωτική αντιπαράθεση, η Μόσχα παραμένει αναγκαίος συνομιλητής στα ζητήματα ασφάλειας της ηπείρου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Γερμανία, χαρακτηρίζοντας το σύγχρονο στρατιωτικό της δόγμα ως «πεμπτουσία» της ευρωπαϊκής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία. Η Μόσχα ερμηνεύει τη μετατόπιση του Βερολίνου –μετά από δεκαετίες περιοριστικού ρόλου– σε πιο ενεργή αμυντική στάση, ως ένδειξη ευρύτερης στροφής της Ευρώπης προς ισχυρότερη αποτροπή έναντι της Ρωσίας.
Επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη ρωσική στρατηγική
Η ρητορική περί «ανόδου του μιλιταρισμού» λειτουργεί ως εργαλείο διαμόρφωσης πλαισίου για τη ρωσική εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Εσωτερικά, νομιμοποιεί υψηλές στρατιωτικές δαπάνες, παρατεταμένη κινητοποίηση και αναδιάταξη βιομηχανικής παραγωγής προς την άμυνα. Εξωτερικά, προειδοποιεί ότι πρόσθετες πρωτοβουλίες ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας ή της Ουκρανίας θα αντιμετωπιστούν ως ευθεία απειλή.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη, υπό την πίεση του πολέμου στην Ουκρανία και της ανάγκης μείωσης της εξάρτησης από τη Μόσχα, φαίνεται να εγκαταλείπει σταδιακά την παλαιότερη λογική «μερίσματος ειρήνης». Μεγάλα κράτη-μέλη, όπως η Γερμανία και η Πολωνία, επανεπενδύουν σε βαριά οπλικά συστήματα, υποδομές και στρατιωτική ετοιμότητα, διαμορφώνοντας ένα πιο πολωμένο περιβάλλον ασφάλειας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, η όξυνση της ρητορικής Ρωσίας–Ευρώπης επιβεβαιώνει ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος παραμένει δομικός παράγοντας στον σχεδιασμό επιχειρηματικών στρατηγικών. Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, θα συνεχίσει να λειτουργεί σε περιβάλλον αυξημένων αμυντικών δαπανών και ανακατανομής ενεργειακών ροών μακριά από τη Ρωσία.
Για τις ελληνικές επιχειρήσεις αυτό σημαίνει: μεγαλύτερη ανάγκη για διαφοροποίηση ενεργειακών πηγών, έμφαση στην ασφάλεια εφοδιαστικών αλυσίδων και ιδιαίτερη μέριμνα για την έκθεση σε αγορές που επηρεάζονται από κυρώσεις ή αντίμετρα. Σε επίπεδο χρηματοπιστωτικού συστήματος και κεφαλαιαγορών, η παράταση της έντασης μεταφράζεται σε διαρκή μεταβλητότητα, ιδίως σε κλάδους άμυνας, ενέργειας, υποδομών και ναυτιλίας, στους οποίους οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν υψηλή διεθνή παρουσία και ευκαιρίες, αλλά και σημαντικό ρίσκο.






