Τα νέα πρακτικά της ΕΚΤ δείχνουν ότι η οικονομική κόπωση της ευρωζώνης δεν είναι παροδική. Η ενεργειακή αστάθεια και η γεωπολιτική αβεβαιότητα ανατρέπουν τον εύκολο δρόμο εξόδου από την κρίση.
Τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποτυπώνουν μια ευρωζώνη που μπαίνει σε φάση παρατεταμένης κόπωσης. Η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη έχουν ενταθεί, κυρίως λόγω της μεταβλητότητας στις τιμές ενέργειας και των αβεβαιοτήτων στην εφοδιαστική αλυσίδα που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος στο Ιράν θεωρείται κομβικός παράγοντας για τις βραχυπρόθεσμες διαταραχές, το μήνυμα των πρακτικών είναι σαφώς πιο δομικό: η οικονομία της ευρωζώνης είχε ήδη αποδυναμωθεί πριν από την κλιμάκωση, και η αδυναμία αυτή μπορεί να συνεχιστεί και μετά τη λήξη των εχθροπραξιών.
Τι καταγράφουν τα πρακτικά για πληθωρισμό και ανάπτυξη
Στο κείμενο των πρακτικών σημειώνεται ότι η οικονομία «είχε ήδη εξασθενήσει, επιβαρυμένη από επίμονη αβεβαιότητα», με την ΕΚΤ να προειδοποιεί ότι «μια τέτοια αδυναμία θα μπορούσε να επιμείνει πολύ πέρα από το τέλος της σύγκρουσης». Η διατύπωση αυτή δείχνει ότι η Φρανκφούρτη δεν αντιμετωπίζει πλέον την επιβράδυνση ως απλή κυκλική διόρθωση, αλλά ως φαινόμενο με βαθύτερες ρίζες.
Την ίδια στιγμή, η Τράπεζα υπογραμμίζει ότι οι μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν αγκυροβολημένες κοντά στον στόχο του 2%, στοιχείο που της επιτρέπει να αποφεύγει μια βεβιασμένη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Έτσι, το Διοικητικό Συμβούλιο κατέληξε ότι μια άμεση αύξηση επιτοκίων δεν ήταν αναγκαία, επιλέγοντας να διατηρήσει τα βασικά επιτόκια σταθερά.
Η ΕΚΤ επαναβεβαιώνει ότι θα συνεχίσει την προσέγγιση «συνάντηση με συνάντηση», με σαφή έμφαση στη χρήση επικαιροποιημένων προβλέψεων πριν από κάθε κίνηση. Η αναμονή των προβολών του Ιουνίου θεωρείται κρίσιμη, ώστε να αποτιμηθούν οι έμμεσες και δευτερογενείς επιπτώσεις του γεωπολιτικού σοκ σε μισθούς, τιμές και επενδύσεις.
Η Μέση Ανατολή, η ενέργεια και η νέα αρχιτεκτονική κινδύνου
Πίσω από τις τεχνικές διατυπώσεις, τα πρακτικά περιγράφουν μια νέα αρχιτεκτονική κινδύνου για την Ευρώπη. Η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, μετατρέπει τις εξελίξεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε καθοριστικό παράγοντα για τον πληθωρισμό και το κόστος παραγωγής.
Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει ήδη αναδείξει τα όρια του ευρωπαϊκού μοντέλου, που βασίζεται σε φθηνή ενέργεια για να στηρίξει τη βιομηχανική του βάση. Τώρα, με νέα εστία έντασης στο Ιράν, η ΕΚΤ αναγκάζεται να ενσωματώσει στη νομισματική της στρατηγική έναν πιο μόνιμο παράγοντα αστάθειας στις τιμές ενέργειας.
Αυτό σημαίνει ότι η κεντρική τράπεζα κινείται σε στενό διάδρομο: από τη μία, πρέπει να αποτρέψει μια νέα ανοδική εκτροπή του πληθωρισμού λόγω ενέργειας· από την άλλη, οφείλει να μην επιβαρύνει περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη οικονομική δραστηριότητα με υψηλότερο κόστος χρήματος. Η ισορροπία αυτή καθιστά πιο περίπλοκη κάθε συζήτηση για ταχύ κύκλο μειώσεων επιτοκίων στο μέλλον.
Γιατί η ΕΚΤ επιμένει στη «δεδομενοκεντρική» στρατηγική
Η επιλογή της ΕΚΤ να μην δεσμευτεί εκ των προτέρων για την πορεία των επιτοκίων και να στηριχθεί αυστηρά στα δεδομένα αντικατοπτρίζει τη θεσμική της αυτοπροστασία. Μετά από μια περίοδο παρατεταμένης χαλαρής πολιτικής και μη συμβατικών μέτρων, η Τράπεζα επιδιώκει να αποφύγει νέες κατηγορίες ότι υστερεί στην αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων.
Ταυτόχρονα, η «συνάντηση με συνάντηση» προσέγγιση αφήνει περιθώριο αντίδρασης σε απρόβλεπτα σοκ, είτε προέρχονται από την ενέργεια είτε από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Για τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης, το μήνυμα είναι σαφές: η νομισματική πολιτική δεν θα καλύψει πλέον αυτόματα τα κενά της δημοσιονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής.
Η έμφαση στις έμμεσες και δευτερογενείς επιπτώσεις δείχνει επίσης την ανησυχία της ΕΚΤ για τον κίνδυνο να παγιωθούν υψηλότερες αυξήσεις μισθών και τιμών, εάν τα ενεργειακά σοκ διαρκέσουν. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τράπεζα παρακολουθεί στενά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τα περιθώρια κέρδους επιχειρήσεων, προσπαθώντας να αποτρέψει έναν νέο κύκλο στασιμοπληθωρισμού.
Ευρωζώνη σε φάση «χαμηλής ταχύτητας» και γεωοικονομικής αναδιάταξης
Πέρα από τη συγκυρία, τα πρακτικά φωτίζουν μια ευρωζώνη που κινδυνεύει να παγιωθεί σε καθεστώς χαμηλής ανάπτυξης. Η γήρανση του πληθυσμού, οι επενδυτικές ανάγκες για πράσινη μετάβαση και άμυνα, καθώς και η αναδιάταξη των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας, πιέζουν τα δημόσια οικονομικά και την ανταγωνιστικότητα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν μπορεί να αποκαταστήσει την αναπτυξιακή δυναμική. Η ΕΚΤ, μέσα από τις διατυπώσεις των πρακτικών, υπενθυμίζει έμμεσα ότι η απάντηση βρίσκεται σε πιο συντονισμένη ευρωπαϊκή στρατηγική: από την εμβάθυνση της κεφαλαιαγοράς μέχρι την κοινή χρηματοδότηση επενδύσεων σε ενέργεια, άμυνα και τεχνολογία.
Η γεωπολιτική στροφή προς μεγαλύτερη αυτάρκεια και στρατηγική αυτονομία συνεπάγεται αυξημένες δαπάνες και πιθανώς υψηλότερο διαρθρωτικό πληθωρισμό. Αυτό αλλάζει το υπόδειγμα στο οποίο είχε στηριχθεί η ευρωπαϊκή οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες, βασισμένο σε φθηνές εισαγωγές ενέργειας και αγαθών.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και την ελληνική αγορά
Για την Ελλάδα, το μήνυμα των πρακτικών είναι διττό. Από τη μία πλευρά, η διατήρηση των επιτοκίων της ΕΚΤ σε σταθερά επίπεδα προσφέρει ένα παράθυρο σταθερότητας για το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Από την άλλη, η παραδοχή ότι η αδυναμία της ευρωζώνης μπορεί να παραταθεί, σημαίνει πιο απαιτητικό εξωτερικό περιβάλλον για εξαγωγές, τουρισμό και επενδύσεις.
Η ελληνική οικονομία, μετά από μια περίοδο ανάκαμψης, παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη σε διακυμάνσεις της ενέργειας και του κόστους χρηματοδότησης. Η ενεργειακή εξάρτηση, σε συνδυασμό με τις ανάγκες για επενδύσεις σε υποδομές, πράσινη μετάβαση και άμυνα, καθιστά την ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα του χρέους και την πορεία των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων.
Για τις ελληνικές τράπεζες, μια παρατεταμένη περίοδος ασθενούς ανάπτυξης στην ευρωζώνη σημαίνει ότι η βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού και η ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης θα πρέπει να στηριχθούν περισσότερο σε εγχώριες μεταρρυθμίσεις και λιγότερο σε ευνοϊκό εξωτερικό κύκλο. Οι επιχειρήσεις, ειδικά στους κλάδους ενέργειας, βιομηχανίας και μεταφορών, θα χρειαστεί να ενσωματώσουν στα επιχειρηματικά τους σχέδια ένα σενάριο πιο μόνιμης μεταβλητότητας στο ενεργειακό κόστος.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, τα πρακτικά της ΕΚΤ λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η περίοδος της «εύκολης ρευστότητας» έχει τελειώσει και ότι η σταθερότητα των επιτοκίων δεν ισοδυναμεί με επιστροφή σε περιβάλλον μηδενικού κόστους χρήματος. Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει το τρέχον παράθυρο σχετικής νομισματικής σταθερότητας για να επιταχύνει επενδύσεις σε ενεργειακή αυτάρκεια, υποδομές και παραγωγικό μετασχηματισμό, θωρακίζοντας την οικονομία απέναντι σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης και υψηλότερης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.






