Η απόφαση Τραμπ να αποσυρθεί από την κούρσα αλλάζει ριζικά το πλαίσιο της διατλαντικής ασφάλειας. Η Ευρώπη καλείται να επαναπροσδιορίσει τις στρατηγικές της επιλογές απέναντι σε μια απορροφημένη Ουάσινγκτον.
Η ένταση στις σχέσεις Βερολίνου – Ουάσινγκτον κλιμακώνεται την ώρα που η αμερικανική πολιτική σκηνή εισέρχεται σε νέα φάση μετά την απόσυρση του Ντόναλντ Τραμπ. Η προσωρινή διακοπή της σχεδιαζόμενης ανάπτυξης πυραύλων Tomahawk σε γερμανικό έδαφος και η μετατόπιση των αμερικανικών στρατηγικών προτεραιοτήτων προς τον πόλεμο στο Ιράν, εις βάρος της Ουκρανίας και της ευρωπαϊκής ασφάλειας, λειτουργούν ως καμπανάκι αφύπνισης για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Στο επίκεντρο της συζήτησης, όπως αναδεικνύεται σε νέο επεισόδιο του «Berlin Playbook» με καλεσμένο τον πρώην επικεφαλής της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου και πρώην πρέσβη στη Ουάσινγκτον, Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, βρίσκεται το ερώτημα: πόσο βαθύ είναι το διατλαντικό ρήγμα και –κυρίως– μπορεί να αποκατασταθεί;
Το βάθος του διατλαντικού ρήγματος και οι αμερικανικές αδυναμίες
Ο Ίσινγκερ υπογραμμίζει ότι η σημερινή κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης είναι λιγότερο αιφνιδιαστική απ’ όσο φαίνεται. Η σταδιακή αποδέσμευση της Ουάσινγκτον από την ευρωπαϊκή ήπειρο, η στροφή προς τον Ινδο-Ειρηνικό και τώρα η εμπλοκή στον πόλεμο με το Ιράν, είχαν προϊδεάσει για μια εποχή μειωμένης αμερικανικής διαθεσιμότητας στην Ουκρανία.
Κρίσιμος παράγοντας, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι και οι ελλείψεις σε αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών. Η Ουάσινγκτον δυσκολεύεται να συντηρήσει ταυτόχρονα υψηλά επίπεδα υποστήριξης σε πολλαπλά μέτωπα, γεγονός που περιορίζει την ικανότητά της να εγγυηθεί απεριόριστη στρατιωτική στήριξη προς το Κίεβο. Αυτό, με τη σειρά του, επιτείνει τις ανησυχίες για την αξιοπιστία των διαβεβαιώσεων ασφαλείας προς τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Στο γερμανικό εσωτερικό, η αναστολή της εγκατάστασης Tomahawk δεν είναι μόνο τεχνική ή τακτική απόφαση· αναδεικνύει την πολιτική ευθραυστότητα μιας σχέσης που παραμένει θεμέλιο της ευρωπαϊκής άμυνας, αλλά δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.
Περισσότερη ευρωπαϊκή ευθύνη και ο ρόλος της Γερμανίας
Με το βλέμμα στραμμένο στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Ίσινγκερ βλέπει παρά τις εντάσεις μια διπλή ευκαιρία: αφενός για ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης από την Ευρώπη, αφετέρου για μια ουσιαστική «επανεκκίνηση» της Συμμαχίας με βάση τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.
Η Γερμανία, τονίζει, δεν πρέπει να επιχειρήσει να διαχειριστεί τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ διμερώς. Η απάντηση, τόσο για το ζήτημα των πυραύλων όσο και για την κατανομή βαρών στην άμυνα, οφείλει να δοθεί στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ώστε να διαφυλαχθεί η συνοχή του ευρωατλαντικού πλαισίου. Η συζήτηση για αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών, την ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης και την κοινή προμήθεια οπλικών συστημάτων αποκτά έτσι επείγοντα χαρακτήρα.
Για την ΕΕ συνολικά, η απόσυρση Τραμπ και η αμερικανική αναδίπλωση σε επιμέρους μέτωπα λειτουργούν ως επιταχυντής για την έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας». Χωρίς να σημαίνει ρήξη με τις ΗΠΑ, η έννοια αυτή μεταφράζεται σε ικανότητα της Ευρώπης να υπερασπίζεται τα ζωτικά της συμφέροντα ακόμη και όταν η Ουάσινγκτον έχει άλλες προτεραιότητες.
Σχόλιο
: Η ευρωπαϊκή ασφάλεια εισέρχεται σε φάση ωρίμανσης: λιγότερη αυταπάτη για την αμερικανική ομπρέλα, περισσότερη ανάγκη για κοινή στρατηγική, βιομηχανική και πολιτική ισχύ από τα κράτη-μέλη.






