Η Ουάσινγκτον παρακολουθεί στενά την αναδυόμενη απειλή μη επανδρωμένων αεροσκαφών από την Κούβα, εν μέσω αναφορών για ιρανικούς στρατιωτικούς συμβούλους στην Αβάνα. Το ζήτημα κινείται στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αποτροπή και στον κίνδυνο κλιμάκωσης σε μια ήδη τεταμένη αμερικανοϊρανική σύγκρουση.
Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών φέρονται να έχουν θέσει υπό στενή παρακολούθηση την Κούβα, μετά από αναφορές ότι η Αβάνα έχει αποκτήσει πάνω από 300 στρατιωτικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και εξετάζει σενάρια χρήσης τους κατά της αμερικανικής βάσης στον Κόλπο του Γκουαντάναμο. Παράλληλα, η παρουσία Ιρανών στρατιωτικών συμβούλων στην κουβανική πρωτεύουσα προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο γεωπολιτικής έντασης, συνδέοντας άμεσα το μέτωπο της Καραϊβικής με τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν.
Πώς τα drones μετατρέπουν την Κούβα σε γεωπολιτικό πολλαπλασιαστή ισχύος
Η απόκτηση μαζικού αριθμού στρατιωτικών drones από την Κούβα, εφόσον επιβεβαιωθεί, μεταβάλλει ποιοτικά την ισορροπία ισχύος στα στενά της Φλόριντα. Τα μη επανδρωμένα συστήματα χαμηλού κόστους, με δυνατότητα επιτήρησης ή και κρούσης, επιτρέπουν σε μια οικονομικά αδύναμη χώρα να ασκήσει δυσανάλογη στρατιωτική πίεση, ιδίως απέναντι σε σταθερούς και προβλέψιμους στόχους όπως η βάση του Γκουαντάναμο.
Για την Ουάσινγκτον, ο συνδυασμός τεχνολογίας drones και στενής γεωγραφικής εγγύτητας αποτελεί κλασικό παράδειγμα «ασύμμετρης απειλής». Η Κούβα δεν χρειάζεται να επιτύχει στρατιωτική υπεροχή· αρκεί να αυξήσει το ρίσκο ενός αιφνιδιαστικού πλήγματος χαμηλού κόστους, υποχρεώνοντας τις ΗΠΑ να επενδύσουν σημαντικούς πόρους σε αντι-drone άμυνα, επιτήρηση και αναβάθμιση υποδομών ασφαλείας.
Ο ιρανικός παράγοντας και η λογική της περικύκλωσης
Η παρουσία Ιρανών στρατιωτικών συμβούλων στην Αβάνα, όπως αναφέρεται, εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Τεχεράνης να μεταφέρει την πίεση πιο κοντά στην αμερικανική επικράτεια. Μετά από χρόνια αμερικανικής στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης στη Μέση Ανατολή, η Ισλαμική Δημοκρατία επιδιώκει να δείξει ότι μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία «αντι-πίεσης» σε περιοχές ιδιαίτερης ευαισθησίας για τις ΗΠΑ, όπως η Καραϊβική.
Από θεσμική σκοπιά, η εμπλοκή τρίτης χώρας (Ιράν) σε μια ήδη περίπλοκη διμερή σχέση (ΗΠΑ–Κούβα) θολώνει τα όρια ανάμεσα στην άμυνα και την προβοκάτσια. Κάθε περιστατικό με drones θα μπορούσε να εγείρει ερωτήματα για το ποιος έδωσε την εντολή, ποιος παρείχε την τεχνολογία και αν πρόκειται για άμεση ή έμμεση πράξη εχθροπραξίας. Αυτή η «στρατηγική ασάφεια» αυξάνει τον κίνδυνο παρερμηνείας και ακούσιας κλιμάκωσης.
Απειλή ασφαλείας ή πρόσχημα για στρατιωτική δράση;
Διπλωματικοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι η ανάδειξη της απειλής από κουβανικά drones μπορεί να λειτουργήσει διττά: αφενός ως πραγματική προειδοποίηση ασφαλείας, αφετέρου ως πιθανό πρόσχημα για σκληρότερη στάση ή ακόμη και στρατιωτική δράση κατά της Αβάνας. Η ιστορία των αμερικανοκουβανικών σχέσεων είναι γεμάτη επεισόδια όπου η ασφάλεια επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει επεμβατισμό, από την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962 μέχρι τις κυρώσεις και τον διαρκή ναυτικό αποκλεισμό.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η Κούβα θα είναι «επόμενη» μετά την ολοκλήρωση του πολέμου με το Ιράν, αν και πρόσφατα προσπάθησε να μαλακώσει τη ρητορική, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ θέλουν να «μιλήσουν» με την Αβάνα για να «βοηθήσουν» τη χώρα. Αυτή η διπλή γλώσσα –απειλή και ταυτόχρονα πρόσκληση σε διάλογο– αφήνει ανοιχτό το πεδίο για ερμηνείες και πολιτική εργαλειοποίηση της απειλής drones στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Θεσμικά διλήμματα: κυριαρχία, αποτροπή και διεθνές δίκαιο
Η συζήτηση για προληπτικά μέτρα κατά της Κούβας επαναφέρει στο προσκήνιο τα όρια της προληπτικής άμυνας. Σε ποιο σημείο μια υποτιθέμενη ή αναδυόμενη απειλή δικαιολογεί μονομερή στρατιωτική δράση; Η επίκληση «ταξινομημένων πληροφοριών» περιορίζει τη δημόσια λογοδοσία, καθώς οι κρίσιμες αποδείξεις δεν είναι διαθέσιμες για ανεξάρτητο έλεγχο. Το προηγούμενο του Ιράκ το 2003 καθιστά τη διεθνή κοινότητα ιδιαίτερα καχύποπτη απέναντι σε αφηγήματα που βασίζονται σε μυστικές εκθέσεις.
Για μικρές χώρες όπως η Κούβα, η επένδυση σε drones παρουσιάζεται ως φθηνή εναλλακτική σε κλασικούς εξοπλισμούς. Ωστόσο, η χρήση τέτοιων συστημάτων σε γκρίζες ζώνες του διεθνούς δικαίου –με πιθανή άρνηση ευθύνης, χρήση αντιπροσώπων ή επιχειρήσεων «κάτω από το όριο του πολέμου»– απειλεί να διαβρώσει περαιτέρω τους ήδη εύθραυστους κανόνες συλλογικής ασφάλειας.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την περιφερειακή ασφάλεια
Η πιθανή στρατιωτικοποίηση της κουβανικής τεχνολογίας drones μπορεί να οδηγήσει σε νέο περιφερειακό εξοπλιστικό σπιράλ. Χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, που μέχρι σήμερα κρατούσαν χαμηλό προφίλ σε στρατιωτικές δαπάνες, ενδέχεται να μπουν στον πειρασμό να αποκτήσουν αντίστοιχα συστήματα, είτε για αποτροπή είτε για εσωτερική ασφάλεια. Αυτό θα αποσπάσει πόρους από κοινωνικές επενδύσεις σε περιοχές με ήδη εύθραυστες οικονομίες.
Για τις ΗΠΑ, η ανάγκη ενίσχυσης της αντι-drone άμυνας κοντά στα σύνορα και στις υπερπόντιες βάσεις συνεπάγεται αύξηση δαπανών και ενδεχομένως αναδιάταξη στρατιωτικών δυνάμεων. Σε βάθος χρόνου, η λογική της μόνιμης ετοιμότητας απέναντι σε χαμηλού κόστους απειλές δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: κάθε νέο μέσο αποτροπής γεννά την ανάγκη για ακόμη πιο προηγμένα συστήματα, με υψηλό δημοσιονομικό κόστος.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η υπόθεση αναδεικνύει δύο κρίσιμες παραμέτρους. Πρώτον, η «δημοκρατικοποίηση» της τεχνολογίας drones σημαίνει ότι ακόμη και μικρά ή οικονομικά πιεσμένα κράτη μπορούν να αναβαθμίσουν απότομα τη στρατιωτική τους ισχύ, κάτι που αφορά άμεσα το ελληνικό αμυντικό δόγμα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Δεύτερον, η τάση χρήσης πληροφοριών ασφαλείας ως πολιτικού εργαλείου επιβάλλει στην Αθήνα να επενδύσει τόσο σε τεχνολογικές ικανότητες (αντι-drone, κυβερνοάμυνα) όσο και σε διπλωματική αξιοπιστία, ώστε να μπορεί να τεκμηριώνει τις θέσεις της σε διεθνή φόρα όταν εγείρονται ζητήματα κυριαρχίας και αποτροπής.






