Η πρόεδρος της Fed Ντάλας, Λόρι Λόγκαν, συνδέει ευθέως τον γεωπολιτικό κίνδυνο στα Στενά του Ορμούζ με την ανάγκη απότομης μείωσης χρήσης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το μήνυμα δεν αφορά μόνο την ενεργειακή ασφάλεια, αλλά και τον τρόπο που οι κεντρικές τράπεζες «διαβάζουν» πλέον τον πληθωρισμό.
Η πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Ντάλας, Λόρι Λόγκαν, έστειλε από το Τόκιο ένα μήνυμα που ξεπερνά τα στενά όρια της νομισματικής πολιτικής: εάν ο αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ παραταθεί, ο κόσμος ίσως χρειαστεί να μειώσει απότομα τη χρήση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η προειδοποίηση έρχεται σε μια στιγμή όπου ο πληθωρισμός παγκοσμίως παραμένει ευάλωτος σε ενεργειακά σοκ και οι κεντρικές τράπεζες αναζητούν τη «νέα ισορροπία» ανάμεσα στην σταθερότητα τιμών και τη γεωπολιτική αστάθεια.
Το σοκ προσφοράς από τα Στενά του Ορμούζ
Στην ομιλία της στο Ινστιτούτο Νομισματικών και Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας της Ιαπωνίας, η Λόγκαν περιέγραψε με αριθμούς την ένταση του σοκ: η πρακτική «κλείδωση» των Στενών του Ορμούζ έχει μειώσει την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου κατά περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, δηλαδή γύρω στο 10% της συνολικής παραγωγής. Πρόκειται για κλίμακα διαταραχής που ιστορικά συνδέεται με απότομες αυξήσεις τιμών και δευτερογενή πληθωριστικά κύματα.
Το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα αποτελεί τον κρισιμότερο δίαυλο μεταφοράς πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο προς τις διεθνείς αγορές. Κάθε παρατεταμένη εμπλοκή εκεί δεν είναι απλώς περιφερειακό ζήτημα ασφαλείας, αλλά παγκόσμιο μακροοικονομικό γεγονός, με άμεση αντανάκλαση σε τιμές ενέργειας, μεταφορικά κόστη και τελικά στο κόστος ζωής.
Περιορισμένη αντίδραση της αμερικανικής παραγωγής
Παρά τη θεωρητική ευελιξία του κλάδου σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ, η Λόγκαν επικαλέστηκε έρευνα της Fed του Ντάλας που δείχνει περιορισμένα περιθώρια άμεσης αύξησης παραγωγής. Οι αμερικανικές πετρελαϊκές επιχειρήσεις αναμένουν, σύμφωνα με τα στοιχεία της, άνοδο παραγωγής όχι πάνω από 250.000 βαρέλια ημερησίως φέτος και 500.000 βαρέλια το επόμενο έτος.
Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν οι τιμές δώσουν ισχυρό κίνητρο, η προσφορά από πλευράς ΗΠΑ δεν μπορεί να αντισταθμίσει γρήγορα ένα έλλειμμα της τάξης του 10% στην παγκόσμια αγορά. Η εικόνα αυτή ενισχύει την άποψη ότι οι σημερινές ενεργειακές διαταραχές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με την κλασική «απάντηση της αγοράς» μέσω υψηλότερων τιμών και μεγαλύτερης παραγωγής.
Μετάβαση ή ύφεση; Το δίλημμα που θέτει η Fed
Η κεντρική τραπεζίτης έθεσε το ζήτημα με όρους πραγματικής οικονομίας: ο αντίκτυπος από το κλείσιμο των Στενών θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι τελικοί χρήστες μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές ενέργειας ή να βελτιώσουν την ενεργειακή τους αποδοτικότητα, αντί να μειώσουν την οικονομική τους δραστηριότητα. Με άλλα λόγια, η επιλογή είναι ανάμεσα σε επιταχυνόμενη ενεργειακή μετάβαση και σε έναν κύκλο επιβράδυνσης ή ύφεσης.
Για τις κεντρικές τράπεζες, αυτό μεταφράζεται σε ένα δύσκολο ισοζύγιο: ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, αλλά η απότομη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής για να τον αντιμετωπίσει μπορεί να επιβαρύνει μια ήδη πιεσμένη οικονομική δραστηριότητα. Η παρέμβαση Λόγκαν δείχνει ότι η Fed βλέπει πλέον τις γεωπολιτικές ενεργειακές κρίσεις ως διαρθρωτικό παράγοντα του νέου πληθωριστικού καθεστώτος, όχι ως παροδικό «θόρυβο».
Η γεωπολιτική διάσταση της ενεργειακής πολιτικής
Το μήνυμα της προέδρου της Fed Ντάλας έχει σαφή γεωπολιτική διάσταση: η εξάρτηση από θαλάσσιους διαδρόμους υψηλού κινδύνου καθιστά τις οικονομίες ευάλωτες σε αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός των κλασικών οικονομικών θεσμών. Η ανάγκη απότομης μείωσης χρήσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως την περιέγραψε, δεν προκύπτει μόνο από την κλιματική πολιτική, αλλά και από την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας.
Για τις ΗΠΑ, αυτό συνδέεται με την ενίσχυση εγχώριων πηγών και την επιτάχυνση επενδύσεων σε ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. Για την Ευρώπη, που έχει ήδη βιώσει την εμπειρία της απότομης απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο, το μήνυμα επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της διαφοροποίησης προμηθευτών και διαδρομών, αλλά και της ταχύτερης μείωσης της συνολικής κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή αγορά
Η Ελλάδα, ως χώρα εισαγωγέας ενέργειας και ναυτιλιακή δύναμη, βρίσκεται στο σταυροδρόμι των εξελίξεων που περιγράφει η Λόγκαν. Από τη μία πλευρά, ένα παρατεταμένο σοκ στις τιμές πετρελαίου αυξάνει το κόστος καυσίμων, πιέζει το εμπορικό ισοζύγιο και μεταδίδεται σε μεταφορές, βιομηχανία και πληθωρισμό. Από την άλλη, ο ελληνόκτητος στόλος, που διαδραματίζει κομβικό ρόλο στις μεταφορές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένων ασφαλίστρων κινδύνου και μεταβαλλόμενων διαδρομών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συζήτηση που ανοίγει η Λόγκαν ενισχύει την τάση για επιτάχυνση επενδύσεων σε υποδομές ανανεώσιμων πηγών, αποθήκευση ενέργειας και εξηλεκτρισμό της κατανάλωσης. Η Ελλάδα, με τα έργα ΑΠΕ, τις επενδύσεις σε δίκτυα και τον ρόλο της ως πύλη εισόδου φυσικού αερίου και LNG στην περιοχή, μπορεί να βρεθεί σε πλεονεκτική θέση, εφόσον συνδυάσει την ενεργειακή μετάβαση με τη θωράκιση απέναντι σε εξωγενή σοκ τιμών.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, το μήνυμα της Λόγκαν λειτουργεί ως προειδοποίηση και ευκαιρία ταυτόχρονα. Προειδοποίηση, γιατί ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα επιβαρύνει το κόστος ζωής, την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και τα δημόσια οικονομικά μέσω πιθανών μέτρων στήριξης. Ευκαιρία, γιατί επιβεβαιώνει ότι οι επενδύσεις σε ΑΠΕ, διασυνδέσεις, αποθήκευση και υποδομές φυσικού αερίου δεν είναι μόνο «πράσινη» επιλογή, αλλά και ασπίδα απέναντι σε γεωπολιτικά σοκ. Για τους Έλληνες επενδυτές, η εξέλιξη αυτή ενισχύει το στρατηγικό βάρος του ενεργειακού κλάδου και της ναυτιλίας, αλλά και την ανάγκη προσεκτικής αποτίμησης του κινδύνου τιμών ενέργειας σε όλους τους κλάδους της αγοράς.






