ΗΠΑ: Νέα επίθεση Τραμπ στους Δημοκρατικούς για την κλιματική πολιτική

Ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει τη ρητορική του κατά της κλιματικής ατζέντας των Δημοκρατικών, αμφισβητώντας ακόμη και τα επιστημονικά σενάρια του ΟΗΕ. Πίσω από τις δηλώσεις κρύβεται μια βαθύτερη σύγκρουση για το ενεργειακό μοντέλο και το ποιος θα πληρώσει το κόστος της πράσινης μετάβασης.

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε στο προσκήνιο τη σύγκρουση γύρω από την κλιματική πολιτική, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση κατά των Δημοκρατικών και διεθνών θεσμών. Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, κατηγόρησε τους πολιτικούς του αντιπάλους ότι χρησιμοποιούν την «κλιματική τρομολαγνεία» για να προωθήσουν, όπως είπε, επιζήμιες ενεργειακές πολιτικές και να διοχετεύσουν δισεκατομμύρια δολάρια σε «ψευδή ερευνητικά προγράμματα».

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι επιτροπή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα «παραδέχτηκε ότι οι ίδιες της οι κλιματικές προβλέψεις ήταν λανθασμένες», επιχειρώντας να υπονομεύσει την αξιοπιστία της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία στηρίζονται οι διεθνείς δεσμεύσεις για μείωση εκπομπών. Παρουσίασε την πολιτική του ως δήθεν θεμελιωμένη σε «αλήθεια, επιστήμη και γεγονότα», σε αντιδιαστολή με το σχέδιο των Δημοκρατικών, το οποίο αποκάλεσε «GREEN NEW SCAM».

ΗΠΑ: Η κλιματική πολιτική ως πεδίο προεκλογικής πόλωσης

Η παρέμβαση Τραμπ εντάσσεται σε μια μακρά πορεία πολιτικής πόλωσης γύρω από την κλιματική αλλαγή στις ΗΠΑ. Για τους Ρεπουμπλικάνους, η κλιματική ατζέντα ταυτίζεται συχνά με κρατική ρύθμιση, αύξηση κόστους για τη βιομηχανία και απειλή για θέσεις εργασίας σε τομείς όπως το σχιστολιθικό πετρέλαιο, ο άνθρακας και τα παραδοσιακά ορυκτά καύσιμα.

Οι Δημοκρατικοί, από την άλλη, επενδύουν πολιτικά σε μια «πράσινη βιομηχανική πολιτική», με επιδοτήσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ηλεκτροκίνηση και τεχνολογίες αποθήκευσης. Το λεγόμενο Green New Deal αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την προοδευτική πτέρυγα του κόμματος, αλλά και στόχο δριμείας κριτικής από τους Ρεπουμπλικάνους, που το παρουσιάζουν ως δαπανηρό και κοινωνικά άδικο πρόγραμμα.

Οι δηλώσεις Τραμπ επιδιώκουν να παγιώσουν αυτή τη διαχωριστική γραμμή: από τη μία η «οικονομία των ορυκτών καυσίμων» ως εγγύηση φθηνής ενέργειας και βιομηχανικής ισχύος, από την άλλη η «πράσινη μετάβαση» με αβέβαιο κόστος και αποτελέσματα. Η αντιπαράθεση δεν είναι μόνο ιδεολογική αλλά και γεωπολιτική, καθώς συνδέεται με την ενεργειακή αυτονομία των ΗΠΑ και τον ρόλο τους στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για το κλίμα.

Η αμφισβήτηση των επιστημονικών προβλέψεων και οι θεσμικές συνέπειες

Η στοχοποίηση της επιτροπής του ΟΗΕ για το κλίμα έχει ιδιαίτερο βάρος, καθώς ο διακυβερνητικός οργανισμός (IPCC) αποτελεί τον βασικό επιστημονικό πυλώνα πάνω στον οποίο οικοδομούνται οι διεθνείς συμφωνίες, από το Κιότο μέχρι τη Συμφωνία των Παρισίων. Η ρητορική Τραμπ, που παρουσιάζει τις κλιματικές μελέτες ως «λανθασμένες» ή «υπερβολικές», δεν περιορίζεται σε εσωτερικό ακροατήριο.

Όταν ο εκάστοτε πρόεδρος των ΗΠΑ απονομιμοποιεί δημόσια έναν διεθνή επιστημονικό θεσμό, στέλνει μήνυμα και σε άλλες κυβερνήσεις ότι οι δεσμεύσεις για το κλίμα είναι διαπραγματεύσιμες ή ακόμη και προαιρετικές. Αυτό μπορεί να ενθαρρύνει χώρες με υψηλές εκπομπές να επιβραδύνουν ή να αναθεωρήσουν τα εθνικά τους σχέδια, επικαλούμενες αβεβαιότητα στα σενάρια ή υπερβολικό οικονομικό κόστος.

Μακροπρόθεσμα, η συστηματική αμφισβήτηση των κλιματικών προβλέψεων υπονομεύει την ικανότητα των θεσμών να σχεδιάζουν πολιτικές με ορίζοντα δεκαετιών. Οι επενδύσεις σε υποδομές, ενέργεια και αστική ανθεκτικότητα απαιτούν σταθερότητα κανόνων. Όταν η επιστήμη μετατρέπεται σε αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης, το ρίσκο για τις οικονομίες αυξάνεται, καθώς οι επιχειρήσεις διστάζουν να δεσμεύσουν κεφάλαια σε μακροπρόθεσμα έργα.

Ενεργειακό μοντέλο, κόστη μετάβασης και κοινωνικές ανισότητες

Πίσω από τη ρητορική Τραμπ για «τρομοκράτηση των Αμερικανών» βρίσκεται ο πραγματικός φόβος ενός μέρους της κοινωνίας για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό της πράσινης μετάβασης. Οι ταχύτερες και αυστηρότερες κλιματικές πολιτικές συνεπάγονται αναδιάρθρωση ολόκληρων κλάδων, από την αυτοκινητοβιομηχανία μέχρι τη βαριά βιομηχανία και τις μεταφορές.

Αν η μετάβαση σχεδιαστεί χωρίς μέριμνα για τις περιφέρειες που εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα, δημιουργούνται ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτές οι αντιδράσεις είναι το πολιτικό κεφάλαιο στο οποίο επενδύει ο Τραμπ, παρουσιάζοντας τους Δημοκρατικούς ως ελίτ που «θυσιάζει» τις εργατικές και μεσαίες τάξεις για έναν αφηρημένο κλιματικό στόχο. Η συζήτηση για το κλίμα, αντί να εστιάζει στη βελτίωση της ανθεκτικότητας των οικονομιών, μετατρέπεται έτσι σε πολιτισμικό και ταξικό πόλεμο.

Την ίδια στιγμή, η άρνηση ή καθυστέρηση της μετάβασης δεν είναι χωρίς κόστος. Οι φυσικές καταστροφές, οι πιέσεις στις αγροτικές καλλιέργειες, οι κίνδυνοι για τις παράκτιες περιοχές και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες μεταφράζονται σε πραγματικές οικονομικές απώλειες. Η πολιτική επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε «κόστος» και «μη κόστος», αλλά ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές και χρονικούς ορίζοντες κόστους.

Πώς επηρεάζονται η Ευρώπη και η διεθνής αγορά ενέργειας

Η στάση της Ουάσινγκτον απέναντι στην κλιματική πολιτική έχει άμεσο αντίκτυπο στην Ευρώπη, η οποία έχει επιλέξει ένα πιο φιλόδοξο –και ακριβό– μοντέλο πράσινης μετάβασης. Αν οι ΗΠΑ χαλαρώσουν τις δεσμεύσεις τους ή δώσουν προτεραιότητα στην ενίσχυση της παραγωγής ορυκτών καυσίμων, δημιουργείται ασύμμετρο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τις αμερικανικές βιομηχανίες σε σχέση με τις ευρωπαϊκές.

Οι διαφορές στο κόστος ενέργειας και στη ρυθμιστική επιβάρυνση μπορούν να οδηγήσουν σε μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ ή άλλες περιοχές με χαμηλότερα περιβαλλοντικά στάνταρ. Αυτό το φαινόμενο, γνωστό ως «διαρροή άνθρακα», υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής και τροφοδοτεί εσωτερικές πολιτικές εντάσεις, καθώς επιχειρήσεις και εργαζόμενοι νιώθουν ότι «τιμωρούνται» για την αυστηρότερη ρύθμιση.

Η αστάθεια στην αμερικανική κλιματική στρατηγική περιπλέκει και τις διεθνείς διαπραγματεύσεις για μηχανισμούς όπως οι διασυνοριακοί φόροι άνθρακα. Χωρίς μια στοιχειώδη σύγκλιση μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, ο κίνδυνος εμπορικών τριβών αυξάνεται, με πιθανές επιπτώσεις στις ροές επενδύσεων και στο κόστος κεφαλαίου για έργα ενέργειας και υποδομών.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, οι δηλώσεις Τραμπ δεν είναι απλώς μια ακόμη εσωτερική αμερικανική αντιπαράθεση. Η Ελλάδα έχει επενδύσει στρατηγικά στην απολιγνιτοποίηση, στις ΑΠΕ και σε έργα διασυνδέσεων, ευθυγραμμισμένη με την ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική. Αν οι ΗΠΑ κινηθούν προς μια πιο χαλαρή κλιματική γραμμή, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις –και κατ’ επέκταση οι ελληνικές– κινδυνεύουν να βρεθούν με υψηλότερο ενεργειακό και ρυθμιστικό κόστος σε σχέση με ανταγωνιστές τους. Αυτό καθιστά κρίσιμη για την Ελλάδα την επιτάχυνση επενδύσεων σε φθηνότερες ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας και διασυνδέσεις, ώστε να μειωθεί διαρθρωτικά το κόστος ρεύματος. Παράλληλα, η χώρα οφείλει να αξιοποιήσει τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία για να στηρίξει κλάδους που πλήττονται από την πράσινη μετάβαση, ώστε η κοινωνική δυσαρέσκεια να μην μετατραπεί σε πρόσφορο έδαφος για αντίστοιχες «αντι-κλιματικές» ρητορικές στο εσωτερικό.

#ΗΠΑ #Trump #ΚλιματικήΠολιτική #Ενέργεια

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.