Η Τεχεράνη δηλώνει έτοιμη για διαπραγματεύσεις με την Ουάσινγκτον, ακόμη και χωρίς εμπιστοσύνη. Ο Πεζεσκιάν μιλά για «αξιοπρεπή» διαπραγμάτευση, με φόντο την κλιμάκωση και τις αμερικανικές πιέσεις.
Η δήλωση του Ιρανού προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν ότι οι συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες «είναι ακόμη δυνατές» παρά την απουσία εμπιστοσύνης, αποτελεί τη σαφέστερη μέχρι στιγμής ένδειξη ότι η Τεχεράνη δεν κλείνει την πόρτα στη διπλωματία. Σε μια συγκυρία όπου η κρίση με την Ουάσινγκτον τροφοδοτεί γεωπολιτικό ρίσκο από τον Περσικό Κόλπο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, το μήνυμα του Ιράν στοχεύει ταυτόχρονα σε εξωτερικά ακροατήρια και στο εσωτερικό κατεστημένο εξουσίας.
«Αξιοπρέπεια» και «πεδίο μάχης»: το νέο αφήγημα της Τεχεράνης
Ο Πεζεσκιάν υπογράμμισε ότι, «παρά την καχυποψία για τον εχθρό», η Ισλαμική Δημοκρατία θεωρεί πως μπορεί να διαπραγματευθεί «από θέση αξιοπρέπειας, σοφίας και σκοπιμότητας». Η φρασεολογία δεν είναι τυχαία: συνδέει την προοπτική διαλόγου με την πάγια ρητορική περί αντίστασης, ώστε η διπλωματία να παρουσιαστεί όχι ως υποχώρηση, αλλά ως προέκταση της ισχύος του καθεστώτος.
Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του στην ανάγκη να ενισχυθεί η «νίκη στο πεδίο της μάχης» μέσω της διπλωματίας, υπό την καθοδήγηση του Ανώτατου Ηγέτη αγιατολάχ Μοτζταμπά Χαμενεΐ και με γνώμονα τα εθνικά συμφέροντα. Το μήνυμα προς τους Φρουρούς της Επανάστασης και τους σκληροπυρηνικούς είναι σαφές: η διαπραγμάτευση δεν απονομιμοποιεί τη στρατηγική πίεσης της Τεχεράνης στην περιοχή, αλλά επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει ό,τι θεωρείται «κεκτημένο» στο στρατιωτικό και γεωπολιτικό επίπεδο.
Η στάση Τραμπ και το αμερικανικό εσωτερικό παιχνίδι
Στην άλλη πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε την ιρανική απάντηση στην αμερικανική πρόταση ειρήνης ως «εντελώς απαράδεκτη», αλλά έσπευσε να προσθέσει ότι πιστεύει πως η κρίση με το Ιράν μπορεί να λυθεί διπλωματικά. Αυτή η διπλή γλώσσα αντανακλά το γνώριμο μοτίβο της αμερικανικής προεδρίας του: σκληρή δημόσια ρητορική, με ταυτόχρονη διατήρηση διαύλων για μια συμφωνία που θα μπορεί να παρουσιαστεί στο εσωτερικό ως «σκληρά διαπραγματευμένη νίκη».
Ο Λευκός Οίκος κινείται ανάμεσα στην ανάγκη να περιορίσει το ιρανικό πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα και την πίεση συμμάχων του στον Κόλπο και στο Ισραήλ για αυστηρή γραμμή. Τυχόν προσέγγιση με την Τεχεράνη θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις αντιφάσεις, ενώ ο Τραμπ θα επιδιώξει να αποφύγει μια ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση που θα επιβάρυνε την αμερικανική οικονομία και θα αποσταθεροποιούσε τις αγορές ενέργειας.
Γιατί το Ιράν αφήνει ανοιχτό τον δίαυλο με την Ουάσινγκτον;
Η επιλογή της Τεχεράνης να μιλήσει για «διαπραγμάτευση από θέση αξιοπρέπειας» αποτυπώνει τις πιέσεις που δέχεται η ιρανική οικονομία. Οι κυρώσεις έχουν περιορίσει τα έσοδα από το πετρέλαιο, δυσχεραίνοντας τη χρηματοδότηση του κρατικού προϋπολογισμού και των περιφερειακών δικτύων επιρροής της χώρας. Η διατήρηση ενός ελεγχόμενου διαλόγου με τις ΗΠΑ λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης, τόσο για τις αγορές όσο και για τις εσωτερικές κοινωνικές εντάσεις.
Παράλληλα, η Τεχεράνη επιχειρεί να δείξει σε Μόσχα και Πεκίνο ότι παραμένει αυτόνομος δρων, ικανός να συνομιλεί με την Ουάσινγκτον χωρίς να εξαρτάται πλήρως από την ανατολική σφαίρα επιρροής. Αυτό αυξάνει τη διαπραγματευτική της αξία απέναντι στους στρατηγικούς της εταίρους, ιδιαίτερα σε ζητήματα επενδύσεων σε ενέργεια και υποδομές.
Μακροπρόθεσμο διακύβευμα: πυρηνικό πρόγραμμα και περιφερειακή ασφάλεια
Πίσω από τη ρητορική περί αξιοπρέπειας κρύβεται η σκληρή πραγματικότητα του ιρανικού πυρηνικού φακέλου. Χωρίς ένα νέο, αξιόπιστο πλαίσιο συμφωνίας, η αβεβαιότητα γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν θα συνεχίσει να τροφοδοτεί κούρσα εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή, με άμεσες συνέπειες για την ασφάλεια θαλάσσιων οδών και την ασφάλεια εφοδιασμού ενέργειας προς την Ευρώπη.
Μια πιθανή επανεκκίνηση των συνομιλιών θα πρέπει να αγγίξει όχι μόνο τα πυρηνικά, αλλά και το δίκτυο περιφερειακών συμμαχιών της Τεχεράνης. Χωρίς κάποια μορφή συνεννόησης για την παρουσία και τη δράση ιρανικών και φιλοϊρανικών δυνάμεων σε Συρία, Ιράκ, Λίβανο και Υεμένη, κάθε συμφωνία κινδυνεύει να παραμείνει αποσπασματική. Το Ιράν, μιλώντας για «νίκη στο πεδίο της μάχης» που θωρακίζεται με διπλωματία, δείχνει ότι δεν προτίθεται να αποσύρει εύκολα τα περιφερειακά του ερείσματα.
Ενεργειακές αγορές και ευρωπαϊκή διάσταση
Η προοπτική ή μη αποκλιμάκωσης στις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια για τις διεθνείς αγορές. Κάθε σήμα έντασης στα Στενά του Ορμούζ μεταφράζεται σε ασφάλιστρα κινδύνου στην τιμή του πετρελαίου, με έμμεσο αντίκτυπο στον πληθωρισμό διεθνώς. Αντίστροφα, ένα αξιόπιστο πλαίσιο συμφωνίας θα μπορούσε σταδιακά να φέρει περισσότερα ιρανικά βαρέλια στην αγορά, πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω.
Για την Ευρώπη, που αναζητά εναλλακτικές μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο και μια ελεγχόμενη επανένταξη του ιρανικού πετρελαίου και φυσικού αερίου στο διεθνές εμπόριο θα είχε στρατηγική σημασία. Ωστόσο, η εξάρτηση από τις αποφάσεις Ουάσινγκτον και Τεχεράνης περιορίζει τον αυτόνομο ρόλο της ΕΕ, η οποία παραμένει κυρίως θεατής στις μεγάλες κινήσεις της αντιπαράθεσης.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε ένδειξη ότι Ουάσινγκτον και Τεχεράνη κρατούν ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας λειτουργεί ως παράγοντας σταθεροποίησης. Λιγότερη ένταση στον Περσικό Κόλπο σημαίνει χαμηλότερο γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές πετρελαίου, άρα μικρότερη πίεση στο ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παράλληλα, η ελληνική ναυτιλία –με ισχυρή παρουσία στις μεταφορές αργού από τη Μέση Ανατολή– έχει άμεσο ενδιαφέρον για την ασφάλεια ναυσιπλοΐας στα στρατηγικά στενά. Σε ένα σενάριο σταδιακής αποκλιμάκωσης, η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τον ρόλο της ως ενεργειακή πύλη της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύοντας τη θέση της σε υποδομές, αποθήκευση και διαμετακόμιση καυσίμων.






