Το Μέγαρο Μαξίμου παρακολουθεί στενά την κινητικότητα Τσίπρα, Καρυστιανού και Σαμαρά, βλέποντας κίνδυνο για τα μικρομεσαία κόμματα. Παράλληλα επιχειρεί να μετατρέψει τις εξελίξεις σε ευκαιρία συσπείρωσης της Νέας Δημοκρατίας.
Σαφές αλλά ψύχραιμο ενδιαφέρον προκαλεί στο Μέγαρο Μαξίμου η προαναγγελία νέων κομμάτων από τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού, καθώς και τα σενάρια για αυτόνομη κίνηση του Αντώνη Σαμαρά. Η κυβερνητική ανάλυση δεν βλέπει απλή προσθήκη σχηματισμών στο πολιτικό σκηνικό, αλλά πιθανό «διεμβολισμό» και αναδιάταξη του χώρου των μικρομεσαίων κομμάτων.
Ο Τσίπρας ως «γνωστός αντίπαλος» και η πίεση στο ΠΑΣΟΚ
Για το Μαξίμου, η περίπτωση Τσίπρα αντιμετωπίζεται ως πολιτικά «χαρτογραφημένο έδαφος». Στα πηγαδάκια του συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας εκτιμήθηκε ότι ένα νέο κόμμα υπό τον πρώην πρωθυπουργό θα πιέσει πρωτίστως το ΠΑΣΟΚ, όχι τη ΝΔ, με τον Νίκο Ανδρουλάκη να εμφανίζεται ως ο κύριος πολιτικός αποδέκτης της απειλής.
Κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας απευθύνεται σε εκλογικό ακροατήριο που δεν ταυτίζεται με τον πυρήνα της ΝΔ. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης τόνισε με νόημα ότι «η ώρα για τον κ. Τσίπρα ήταν όταν ο κόσμος τον τίμησε με την ψήφο του» και ότι «τώρα είναι αργά για δάκρυα και για προσπάθεια να ξαναγραφτεί η ιστορία».
Στο Μαξίμου θεωρούν ότι ο πρώην πρωθυπουργός είναι «ο διάβολος που ξέρουν», αφού η ΝΔ τον έχει ήδη αντιμετωπίσει και κερδίσει εκλογικά το 2019 και το 2023. Ως εκ τούτου, η στρατηγική απάντηση δεν αναμένεται να αλλάξει, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να προαναγγέλλει σύγκριση της επταετίας διακυβέρνησης της ΝΔ με την προηγούμενη τετραετία του ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες κάλπες.
Η Καρυστιανού, η Βόρεια Ελλάδα και το «φιλoρωσικό» στοιχείο
Πιο προσεκτική είναι προς το παρόν η κυβέρνηση απέναντι στη Μαρία Καρυστιανού. Αν και οι τόνοι είναι ηπιότεροι, ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει ήδη ανοίξει μέτωπο, προειδοποιώντας ότι η κίνησή της μπορεί να πλήξει τον Κυριάκο Βελόπουλο στη βάση των ρωσόφιλων ψηφοφόρων. Η Καρυστιανού διαθέτει αναγνωρισιμότητα ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα και εκτιμάται ότι μπορεί να ανακατέψει την ψήφο κομμάτων όπως η ΝΙΚΗ και η Ελληνική Λύση, αλλά και να αντλήσει από τη δεξαμενή των αναποφάσιστων, όπου υπάρχουν και πρώην ψηφοφόροι της ΝΔ του 2023.
Στο παρασκήνιο, κυβερνητικοί κύκλοι αμφισβητούν τη φερεγγυότητα των πρόσφατων δηλώσεών της ότι δεν θα ιδρύσει κόμμα, ενώ εξετάζουν προσεκτικά την ταυτότητα και τον προσανατολισμό των συνεργατών της. Η αναφορά Γεωργιάδη στη «ρωσοφιλία» και στη δράση οργανωμένων troll την περίοδο των κινητοποιήσεων για τα Τέμπη αντανακλά ευρύτερο σκεπτικισμό στο Μαξίμου.
Το αίνιγμα Σαμαρά και το εσωκομματικό αδιέξοδο
Παράλληλα, στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας συζητήθηκε εκτενώς το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά. Αν και οι αποφάσεις του πρώην πρωθυπουργού δεν θεωρούνται οριστικές, αναγνωρίζεται ότι κινείται πολιτικά, με παρεμβάσεις όπως αυτή του δικηγόρου του Δημήτρη Γιάννου, ο οποίος ζήτησε ουσιαστικά «διόρθωση» της διαγραφής του.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε ότι «την ιστορία γράφουν οι παρόντες», φράση που ερμηνεύτηκε ως μήνυμα τόσο προς τον Αντώνη Σαμαρά όσο και προς τον Κώστα Καραμανλή. Ο Παύλος Μαρινάκης, από την πλευρά του, υπογράμμισε ότι «δεν περισσεύει κανείς» ενόψει της επόμενης εκλογικής μάχης, ειδικά όσοι ηγήθηκαν της παράταξης και της χώρας, αλλά ταυτόχρονα ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση δεν θα αποστασιοποιηθεί από βασικές επιλογές εξωτερικής πολιτικής. Το διττό αυτό μήνυμα αναδεικνύει το υφιστάμενο αδιέξοδο στις σχέσεις Μητσοτάκη–Σαμαρά.
Σχόλιο
: Το κυβερνητικό επιτελείο επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την πολυδιάσπαση του αντιπολιτευτικού χώρου, όμως η παράλληλη κινητικότητα στα δεξιά της ΝΔ και το ανοικτό μέτωπο με τον Αντώνη Σαμαρά συνιστούν υπαρκτούς πολιτικούς κινδύνους. Η ισορροπία ανάμεσα στη ρητορική συσπείρωσης και την ανάγκη διατήρησης γεφυρών με πρώην ηγέτες και συντηρητικά ακροατήρια θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη σταθερότητα του πολιτικού σκηνικού έως τις επόμενες εκλογές.






