Η Όλγα Μαρκογιαννάκη τοποθετεί το ΠΑΣΟΚ απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, μεταφέροντας το δίλημμα «Ελλάδα των λίγων ή των πολλών». Η κριτική της στοχεύει τόσο στις κοινωνικές ανισότητες όσο και στη στρατηγική επανεμφάνισης του Αλέξη Τσίπρα.
Με σαφή στοχοποίηση της Νέας Δημοκρατίας και προσωπικά του Κυριάκου Μητσοτάκη, η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Όλγα Μαρκογιαννάκη, επιχειρεί να ορίσει από τώρα το κεντρικό δίλημμα των επόμενων εθνικών εκλογών. Όπως υποστηρίζει, η αναμέτρηση θα αφορά την επιλογή «αν θέλουμε μια Ελλάδα των λίγων, που υπηρετεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης ή αν θέλουμε μια Ελλάδα των πολλών», μεταφέροντας την αντιπαράθεση από το επίπεδο των κομμάτων στο επίπεδο του κοινωνικού μοντέλου.
ΠΑΣΟΚ απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, όχι στον ΣΥΡΙΖΑ
Η κ. Μαρκογιαννάκη ξεκαθαρίζει ότι ο βασικός πολιτικός αντίπαλος του ΠΑΣΟΚ είναι η Νέα Δημοκρατία και οι κυβερνητικές της επιλογές. Επιμένει ότι «στο ΠΑΣΟΚ θα δώσουμε μέχρι τέλους τον αγώνα για να μπορέσουμε να πετύχουμε αυτό που και ο κ. Τσίπρας απέτυχε να κάνει δύο φορές: να νικήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη», επιχειρώντας να διαφοροποιήσει το κόμμα της από την προηγούμενη κυβερνητική και αντιπολιτευτική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ.
Παρότι αναγνωρίζει ότι ο Αλέξης Τσίπρας «είναι ο άνθρωπος που έχει αφήσει το αποτύπωμά του στην ελληνική κοινωνία, στους συνταξιούχους και στους ελεύθερους επαγγελματίες», του καταλογίζει βαρύ πολιτικό φορτίο. Τον συνδέει με το «Υπερταμείο» και σημειώνει ότι «για όλα αυτά έχει κριθεί και ως πρωθυπουργός και ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης», επιχειρώντας να κλείσει τον κύκλο της ηγεμονίας του ΣΥΡΙΖΑ στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Κομβικό σημείο της παρέμβασής της είναι η φράση ότι «δεν είναι αντίπαλός μας ο κ. Τσίπρας, το κόμμα του οποίου δεν είναι καν στη Βουλή». Με αυτόν τον τρόπο, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αποσυνδέσει τη στρατηγική του από τον ανταγωνισμό με τα μικρότερα σχήματα της κεντροαριστεράς και να εμφανιστεί ως ο κεντρικός πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Σκληρή κριτική σε Τσίπρα για «rebranding» και συνεργασίες
Παρά την προσπάθεια να μετατοπιστεί ο βασικός άξονας αντιπαράθεσης προς τη Νέα Δημοκρατία, η κ. Μαρκογιαννάκη δεν αφήνει εκτός κάδρου την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα. Του καταλογίζει ότι «με ψέματα έρχεται να κάνει rebranding», συνδέοντας την κίνηση αυτή με την έκδοση του βιβλίου του.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην περίοδο της συγκυβέρνησης με τον Πάνο Καμμένο, υποστηρίζοντας ότι «μέσα από το βιβλίο του προσπάθησε να “ξεπλύνει” τη συνεργασία του με τον Π. Καμμένο επικαλούμενος διαλόγους με τη Φώφη Γεννηματά που διαψεύστηκαν από τους στενούς της συνεργάτες». Η αναφορά στη Φώφη Γεννηματά δεν είναι τυχαία: λειτουργεί ως υπενθύμιση της ιστορικής συνέχειας του ΠΑΣΟΚ και ως προσπάθεια να κατοχυρωθεί η πολιτική του αυτονομία απέναντι σε κάθε αφήγηση περί «χαμένης ευκαιρίας» συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Άνοιγμα σε κέντρο και αριστερά, με φόντο τη ρευστότητα
Στο επίπεδο της στρατηγικής, η κ. Μαρκογιαννάκη περιγράφει ένα ΠΑΣΟΚ που επιδιώκει διεύρυνση: «το κάλεσμα που απευθύνει το ΠΑΣΟΚ είναι και προς το κέντρο και προς την αριστερά, διότι είμαστε ένα κόμμα που διευρύνεται, όπως πάντοτε η σοσιαλδημοκρατία». Η τοποθέτηση αυτή επαναφέρει την κλασική ταυτότητα της σοσιαλδημοκρατίας ως δύναμης που επιχειρεί να γεφυρώσει κοινωνικές και πολιτικές αναφορές, από τον προοδευτικό κεντρώο χώρο έως την ευρύτερη αριστερά.
Η ίδια μιλά για «ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό», την οποία ωστόσο αποδίδει πρωτίστως σε εσωτερικές διεργασίες της Νέας Δημοκρατίας. Επικαλείται ως παράδειγμα τον Νίκο Δένδια, σημειώνοντας ότι «η ρευστότητα προκύπτει μέσα από την ίδια τη Νέα Δημοκρατία, όταν οι ίδιοι οι υπουργοί και βουλευτές, όπως ο κ. Δένδιας στο συνέδριο, αμφισβητούν την κυβέρνησή τους». Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρεί να αναδείξει ότι οι τριγμοί δεν βρίσκονται μόνο στην αντιπολίτευση, αλλά και στον κυβερνητικό χώρο.
Ακρίβεια, λογαριασμοί και ανισότητες στο επίκεντρο
Το κοινωνικό υπόβαθρο της κριτικής του ΠΑΣΟΚ εστιάζει στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Η κ. Μαρκογιαννάκη περιγράφει μια πραγματικότητα όπου «δεν αντέχει άλλο το νοικοκυριό να πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ και να μην μπορεί να πάρει τα βασικά αγαθά, δεν αντέχει να κόβει από τις υποχρεώσεις του για να πληρώσει το ρεύμα». Η αναφορά αυτή συνδέει ευθέως την ακρίβεια στα βασικά αγαθά και το ενεργειακό κόστος με την ανάγκη «πολιτικής αλλαγής».
Σε αυτό το πλαίσιο, κατηγορεί τη Νέα Δημοκρατία ότι «το μόνο που κατάφερε επί των ημερών της είναι να ανοίξει την ψαλίδα των ανισοτήτων κατά 70%». Η διατύπωση αυτή λειτουργεί ως κεντρικό πολιτικό αφήγημα: η κυβέρνηση εμφανίζεται να ευνοεί «τα ολιγοπώλια» και «μια ασύδοτη αγορά στην οποία οι πολίτες δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν και ασφυκτιούν». Η κριτική δεν περιορίζεται στην ακρίβεια, αλλά επεκτείνεται στη δομή της αγοράς και στον βαθμό ρύθμισής της από το κράτος.
Η επιλογή του ΠΑΣΟΚ να μιλά για «Ελλάδα των λίγων» και «Ελλάδα των πολλών» παραπέμπει σε κλασικό κοινωνικό διαχωρισμό, με στόχο να καταστήσει τις ανισότητες όχι απλώς αποτέλεσμα συγκυριών, αλλά προϊόν συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Έτσι, η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά μετατρέπεται σε βασικό επιχείρημα για την ανάγκη αλλαγής πολιτικής κατεύθυνσης.
Σχόλιο
: Για τον πολίτη, η παρέμβαση της Όλγας Μαρκογιαννάκη σηματοδοτεί ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα περιοριστεί σε μια σύγκρουση προσώπων, αλλά θα δομηθεί γύρω από το ζήτημα των ανισοτήτων, της ακρίβειας και της ρύθμισης της αγοράς. Αν το ΠΑΣΟΚ καταφέρει να πείσει ότι διαθέτει πειστικό σχέδιο για το εισόδημα, το κόστος ζωής και την προστασία από τα ολιγοπώλια, τότε ο δημόσιος διάλογος μπορεί να μετατοπιστεί από τη διαχείριση της επικαιρότητας σε ουσιαστικές πολιτικές για μισθούς, τιμές και λογαριασμούς. Σε διαφορετική περίπτωση, ο πολίτης θα παραμείνει θεατής σε μια αντιπαράθεση ρητορικών σχημάτων, χωρίς απτές εγγυήσεις για την καθημερινότητά του και χωρίς σαφή απάντηση στο πώς θα κλείσει στην πράξη η «ψαλίδα» που σήμερα δηλώνεται ως κεντρικό πρόβλημα.






