Ουκρανία: Αδιέξοδο με ΗΠΑ για πυραύλους στρέφει το βλέμμα στην Ευρώπη

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι παραδέχεται ότι δεν υπάρχει πρόοδος με τις ΗΠΑ στην παραγωγή αντιβαλλιστικών πυραύλων και επιχειρεί στροφή στην ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση. Το ζήτημα ξεπερνά την Ουκρανία και αγγίζει τον νέο χάρτη της αμυντικής αυτονομίας της Ευρώπης.

Η δημόσια παραδοχή του Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι «εδώ και καιρό» δεν υπάρχει πρόοδος με τις Ηνωμένες Πολιτείες στην επέκταση της παραγωγής αντιβαλλιστικών πυραύλων, φωτίζει μια κρίσιμη ρωγμή στο αμυντικό οικοδόμημα της Δύσης. Η ουκρανική ηγεσία, βλέποντας τα όρια της αμερικανικής βιομηχανικής και πολιτικής βούλησης, επιχειρεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους της αεράμυνας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Τι είπε ο Ζελένσκι και γιατί έχει σημασία

Στο βραδινό του διάγγελμα, ο Ουκρανός πρόεδρος τόνισε ότι δεν έχει σημειωθεί πρόοδος με την Ουάσινγκτον στην αύξηση της παραγωγής αντιβαλλιστικών πυραύλων, επισημαίνοντας την ανάγκη για «ισχυρή ηγεσία» των ΗΠΑ σε αυτό το πεδίο. Παράλληλα, ανέδειξε ως προτεραιότητα την επιτάχυνση της παραγωγής «δικών μας αντιβαλλιστικών πυραύλων στην ήπειρο, σε επαρκείς ποσότητες».

Την ίδια στιγμή, ο Ζελένσκι αναγνώρισε ότι η Ευρώπη συνεχίζει να στηρίζει οικονομικά την Ουκρανία και ότι η πρωτοβουλία Prioritized Ukraine Requirements List (PURL) λειτουργεί, αφήνοντας να εννοηθεί πως η ροή χρηματοδότησης και υλικής βοήθειας παραμένει ενεργή, αλλά δεν καλύπτει τις βιομηχανικές ανάγκες μεγάλης κλίμακας στην αεράμυνα. Ευχαρίστησε τις ΗΠΑ για την άμυνα και την «συμπόνια», διατηρώντας το πολιτικό πλαίσιο συνεργασίας, αλλά στέλνοντας σαφές μήνυμα πίεσης.

Το στρατηγικό κενό στην αντιβαλλιστική ομπρέλα της Ευρώπης

Η αντιβαλλιστική άμυνα έχει εξελιχθεί σε κεντρικό πεδίο του πολέμου φθοράς στην Ουκρανία, με τη Ρωσία να χρησιμοποιεί μαζικά πυραύλους και μη επανδρωμένα για να φθείρει την ουκρανική υποδομή και την αντιαεροπορική της ικανότητα. Το πρόβλημα για το Κίεβο δεν είναι μόνο η προμήθεια συστημάτων, αλλά ο ρυθμός με τον οποίο η Δύση μπορεί να αναπληρώνει βλήματα σε συνθήκες παρατεταμένης σύγκρουσης.

Η Ευρώπη, παρά τις προσπάθειες δημιουργίας κοινών σχεδίων, από την Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας μέχρι τα πρόσφατα εργαλεία στήριξης της αμυντικής βιομηχανίας, παραμένει κατακερματισμένη σε εθνικές προμήθειες και διαφορετικά συστήματα. Η αναφορά του Ζελένσκι σε «παραγωγή στην ήπειρο» αναδεικνύει την πίεση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να περάσουν από τις ad hoc αποστολές οπλισμού σε μια συνεκτική, μακροπρόθεσμη βιομηχανική στρατηγική.

ΗΠΑ, πολιτικός κύκλος και όρια της στήριξης

Η έλλειψη προόδου με τις ΗΠΑ στην παραγωγή αντιβαλλιστικών πυραύλων δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον αμερικανικό πολιτικό κύκλο και τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Οι καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων, οι συζητήσεις για το ύψος και τη διάρκεια της βοήθειας και η πίεση για προτεραιότητα στην εγχώρια αμυντική ετοιμότητα περιορίζουν τη δυνατότητα της Ουάσινγκτον να αναλάβει μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις παραγωγής για τρίτες χώρες.

Για την Ουκρανία, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κίνδυνο «ασυμμετρίας χρόνου»: η Ρωσία μπορεί να διατηρεί σταθερό ρυθμό πλήγματος, ενώ η Δύση δυσκολεύεται να κλιμακώσει την παραγωγή αναχαιτιστικών σε ανάλογη κλίμακα. Η έκκληση Ζελένσκι για ισχυρή αμερικανική ηγεσία είναι ουσιαστικά ένα αίτημα για βιομηχανική και πολιτική δέσμευση που να υπερβαίνει τον εκλογικό ορίζοντα.

Ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία: από κατακερματισμός σε κλίμακα

Η μετατόπιση του διαλόγου στην παραγωγή αντιβαλλιστικών πυραύλων στην Ευρώπη ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Η ήπειρος διαθέτει ισχυρούς παίκτες σε αντιαεροπορικά και πυραυλικά συστήματα, αλλά η παραγωγική ικανότητα και η διαλειτουργικότητα παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με τις ανάγκες της Ουκρανίας και ενός νέου περιβάλλοντος αποτροπής.

Η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να αυξηθεί γρήγορα η παραγωγή, αφετέρου να αποφευχθεί η δημιουργία παράλληλων, ανταγωνιστικών προγραμμάτων που θα αποδυναμώσουν τις οικονομίες κλίμακας. Η συζήτηση για κοινές προμήθειες, ευρωπαϊκά ομόλογα άμυνας ή ειδικά ταμεία για την αμυντική βιομηχανία συνδέεται πλέον άμεσα με πρακτικά ερωτήματα όπως το αν η Ουκρανία θα έχει επαρκή αντιαεροπορική κάλυψη τον επόμενο χειμώνα.

Μακροπρόθεσμες θεσμικές συνέπειες για ΝΑΤΟ και ΕΕ

Η ανάδειξη της αντιβαλλιστικής παραγωγής σε σημείο τριβής με τις ΗΠΑ ενισχύει τις φωνές στην Ευρώπη που ζητούν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Ωστόσο, η μετάβαση από τη ρητορική στην πράξη απαιτεί θεσμικές αλλαγές: κοινό σχεδιασμό, πολυετείς συμβάσεις, σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο και ικανότητα ταχείας χρηματοδότησης.

Για το ΝΑΤΟ, η υπόθεση Ουκρανίας λειτουργεί ως άσκηση πραγματικού χρόνου για το εάν η συμμαχία μπορεί να στηρίξει επιχειρησιακά έναν εταίρο σε πόλεμο υψηλής έντασης χωρίς να αποδυναμώσει την ίδια της την αποτρεπτική ισχύ. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τους επόμενους μήνες για την κατανομή της παραγωγής, τη χρηματοδότηση και την προτεραιοποίηση αναγκών θα διαμορφώσουν την αρχιτεκτονική ασφαλείας της επόμενης δεκαετίας.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία και αγορά, η στροφή της Ουκρανίας προς την ευρωπαϊκή παραγωγή αντιβαλλιστικών πυραύλων ενισχύει τη γενικότερη τάση αύξησης των αμυντικών δαπανών στην ΕΕ και δημιουργίας νέων βιομηχανικών οικοσυστημάτων. Η Ελλάδα, με ήδη αυξημένο αμυντικό προϋπολογισμό και γεωπολιτική έκθεση στην Ανατολική Μεσόγειο, θα βρεθεί αντιμέτωπη με διλήμματα κατανομής πόρων μεταξύ εθνικών προγραμμάτων και συμμετοχής σε ευρωπαϊκές συμπαραγωγές. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις του ευρύτερου αμυντικού, ναυπηγικού και βιομηχανικού κλάδου, ανοίγονται προοπτικές συμμετοχής σε αλυσίδες εφοδιασμού υψηλής τεχνολογίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει έγκαιρη προσαρμογή σε ευρωπαϊκά πρότυπα, πιστοποιήσεις και εταιρικές συνεργασίες. Σε επίπεδο κεφαλαιαγοράς, η σταδιακή θεσμοθέτηση ευρωπαϊκών εργαλείων χρηματοδότησης άμυνας μπορεί να δημιουργήσει νέα επενδυτικά προϊόντα, αλλά και να αυξήσει τον ανταγωνισμό για δημόσιους πόρους, με έμμεσες επιπτώσεις στη δημοσιονομική πολιτική και στο κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου.

#Ουκρανία #Ζελένσκι #ΗΠΑ #ΕυρωπαϊκήΆμυνα

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.