Ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, απορρίπτει τα σενάρια μαζικής ανεργίας από την τεχνητή νοημοσύνη, υποστηρίζοντας ότι η τεχνολογία αποτελεί μοχλό επαναβιομηχάνισης και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.
Σε μια περίοδο έντονης ανησυχίας για το μέλλον της απασχόλησης λόγω τεχνητής νοημοσύνης, ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, εμφανίζεται κατηγορηματικά αισιόδοξος. Μιλώντας σε συζήτηση που διοργάνωσε το Milken Institute με τη δημοσιογράφο του MSNBC Μπέκι Κουίκ, υποστήριξε ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι προάγγελος μαζικής ανεργίας, αλλά «βιομηχανικού μεγέθους δημιουργός θέσεων εργασίας».
Η τεχνητή νοημοσύνη ως μοχλός επαναβιομηχάνισης
Ο Χουάνγκ τόνισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί, κατά την άποψή του, «την καλύτερη ευκαιρία των ΗΠΑ να επαναβιομηχανοποιηθούν». Εξήγησε ότι πίσω από τα συστήματα AI βρίσκεται ένα νέο κύμα βιομηχανικών υποδομών: εργοστάσια παραγωγής εξειδικευμένων chips και υπολογιστικών συστημάτων, τα οποία λειτουργούν ως κρίσιμη υποδομή για τον κλάδο. Αυτές οι μονάδες, όπως και το ευρύτερο οικοσύστημα της τεχνητής νοημοσύνης, απαιτούν ανθρώπινο δυναμικό – από μηχανικούς και τεχνικούς μέχρι ειδικούς data centers και υπηρεσιών cloud.
Παράλληλα αναγνώρισε την ταχύτητα των εξελίξεων και τις ανησυχίες για ανισότητες και «απορρύθμιση» της αγοράς εργασίας. Ωστόσο επέμεινε ότι η αυτοματοποίηση επιμέρους εργασιών δεν ισοδυναμεί με εξαφάνιση ολόκληρων επαγγελμάτων.
Διάκριση ανάμεσα σε «εργασία» και «καθήκοντα»
Κεντρικό σημείο του επιχειρήματός του ήταν η διάκριση ανάμεσα στον ρόλο μιας θέσης εργασίας και στα επιμέρους καθήκοντά της. «Το να αυτοματοποιείται ένα συγκεκριμένο task δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται η δουλειά», υποστήριξε, επισημαίνοντας ότι πολλοί συγχέουν τον σκοπό μιας θέσης με τα επιμέρους βήματα εκτέλεσής της. Σύμφωνα με τον Χουάνγκ, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αναλάβει επαναλαμβανόμενα ή χαμηλής προστιθέμενης αξίας καθήκοντα, ενώ ο εργαζόμενος μετακινείται σε πιο σύνθετες, δημιουργικές ή συντονιστικές λειτουργίες.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στη «δυστοπική» ρητορική που παρουσιάζει την τεχνητή νοημοσύνη ως υπαρξιακή απειλή για την ανθρωπότητα ή ως όχημα κατάρρευσης ολόκληρων κλάδων. «Η μεγαλύτερη ανησυχία μου είναι να τρομάξουμε τους ανθρώπους με ιστορίες επιστημονικής φαντασίας, σε σημείο που η τεχνητή νοημοσύνη να γίνει τόσο αντιδημοφιλής ώστε να μην τη χρησιμοποιούν», σημείωσε.
Κόντρα στις δυσοίωνες προβλέψεις, αλλά με ανοιχτά ερωτήματα
Η αισιοδοξία του Χουάνγκ έρχεται σε αντίστιξη με εκτιμήσεις οικονομικών και ακαδημαϊκών οργανισμών που προβλέπουν σημαντική εκτόπιση θέσεων εργασίας από την τεχνητή νοημοσύνη τα επόμενα χρόνια, με ορισμένες μελέτες να κάνουν λόγο για κατάργηση έως και 15% των θέσεων στις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, μέρος της «doomer» ρητορικής φαίνεται να τροφοδοτείται από τους ίδιους τους παίκτες της βιομηχανίας, είτε ως εργαλείο marketing είτε ως μοχλός πίεσης για ρυθμιστικά πλεονεκτήματα.
Η πραγματική εξίσωση για τις αγορές εργασίας –στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα– θα κριθεί από την ταχύτητα προσαρμογής των δεξιοτήτων, τα εκπαιδευτικά συστήματα και τις πολιτικές επανεκπαίδευσης. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πράγματι να δημιουργήσει νέες, ποιοτικότερες θέσεις, αλλά η μετάβαση δεν θα είναι ουδέτερη για όλους.
Σχόλιο
: Ο Χουάνγκ υπερασπίζεται μια αναμενόμενα «αισιόδοξη» γραμμή για μια βιομηχανία από την οποία ωφελείται άμεσα. Η ουσία όμως βρίσκεται στη διαχείριση της μετάβασης: χωρίς επιθετικές πολιτικές κατάρτισης και προστασίας των ευάλωτων εργαζομένων, ο κίνδυνος αύξησης ανισοτήτων είναι υπαρκτός, ακόμη κι αν το συνολικό ισοζύγιο θέσεων εργασίας αποδειχθεί τελικά θετικό.






