Τσάφος: Γιατί η Ελλάδα δεν είναι ακριβή στο ρεύμα στην ΕΕ

Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος αμφισβητεί ότι η Ελλάδα πληρώνει ακριβά το ρεύμα, επικαλούμενος στοιχεία της Eurostat. Τονίζει ότι η τελική τιμή για τα νοικοκυριά το 2025 είναι κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας επανέρχεται η Ελλάδα, μετά τη μελέτη του Green Tank για τη λιανική αγορά ρεύματος. Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, παρεμβαίνει με αναλυτική τοποθέτηση, υποστηρίζοντας ότι το συμπέρασμα πως «η Ελλάδα πληρώνει πολύ ακριβά την ενέργεια» βασίζεται σε παρερμηνεία των στατιστικών στοιχείων.

Η διαφωνία με το Green Tank και ο ρόλος της Eurostat

Η μελέτη του Green Tank καταλήγει ότι η ελληνική λιανική αγορά παραμένει διαχρονικά από τις ακριβότερες στην ΕΕ-27 ως προς το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων, δηλαδή την κατηγορία «ενέργεια και προμήθεια». Ο Νίκος Τσάφος αναγνωρίζει τη σοβαρότητα του ινστιτούτου, ωστόσο επισημαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση «εμπίπτει σε ένα λογιστικό λάθος».

Όπως εξηγεί, η ανάλυση βασίζεται στα στοιχεία της Eurostat, όπου για την Ελλάδα το ανταγωνιστικό σκέλος εμφανίζεται πράγματι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Το πρόβλημα, κατά τον ίδιο, ξεκινά από το γεγονός ότι στην Ελλάδα στο συγκεκριμένο σκέλος ενσωματώνονται επιπλέον κόστη: οι απώλειες του συστήματος και του δικτύου, καθώς και όλες οι δαπάνες για τη σταθεροποίηση του συστήματος, όπως οι εφεδρείες και λοιπές υπηρεσίες. Σε άλλες χώρες αυτά επιμερίζονται στις χρεώσεις δικτύου, οι οποίες, όπως σημειώνει, είναι συχνά διπλάσιες ή τριπλάσιες σε σχέση με τα 33 ευρώ που καταγράφονται για την Ελλάδα.

Η τελική τιμή, η κερδοφορία και η θέση της Ελλάδας στην ΕΕ

Ο υφυπουργός υπογραμμίζει ότι ο καταναλωτής ενδιαφέρεται για την τελική τιμή του λογαριασμού και όχι για το πώς λογιστικοποιούνται τα επιμέρους κόστη. Με βάση το σύνολο των επιβαρύνσεων, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα, στην τελική τιμή ρεύματος για το 2025, είναι η 10η φθηνότερη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και 19% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αντίστοιχη λογιστική ασυμμετρία, σύμφωνα με τον ίδιο, επηρεάζει και τη σύγκριση μεταξύ χονδρικής και λιανικής τιμής. Για να μεταφερθεί κανείς από τη χονδρική στη λιανική, πρέπει να προστεθούν οι λογαριασμοί προσαυξήσεων (απώλειες, εφεδρείες, ευστάθεια συστήματος), οι απώλειες στο δίκτυο διανομής και το περιθώριο των προμηθευτών. Όταν αυτά ληφθούν υπόψη, το φαινομενικό «χάσμα» μεταξύ χονδρικής και λιανικής περιορίζεται σημαντικά και η πραγματική κερδοφορία των εταιρειών προμήθειας εμφανίζεται χαμηλότερη από ό,τι προκύπτει με μια επιφανειακή ανάγνωση των διαγραμμάτων.

Η παρέμβαση Τσάφου αναδεικνύει ότι η αποτίμηση του ενεργειακού κόστους δεν είναι μόνο ζήτημα επιπέδου τιμών, αλλά και λογιστικής ταξινόμησης των χρεώσεων. Ωστόσο, η αντιπαράθεση με το Green Tank δείχνει και την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια και απλοποίηση στη δομή των λογαριασμών, ώστε οι πολίτες να κατανοούν τι ακριβώς πληρώνουν και πώς συγκρίνεται η χώρα με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Σχόλιο SBCTV : Η επιχειρηματολογία Τσάφου φωτίζει μια πραγματική τεχνική στρέβλωση στις συγκρίσεις, αλλά δεν αναιρεί το μείζον πολιτικό ζητούμενο: σταθερές, προβλέψιμες και κοινωνικά ανεκτές τιμές ρεύματος, με πλήρη διαφάνεια στη δομή των χρεώσεων. Η κυβέρνηση οφείλει να μεταφράσει αυτά τα «λογιστικά» επιχειρήματα σε απτή μείωση ενεργειακής ανασφάλειας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

#ηλεκτρικηΕνεργεια #Τσάφος #λογαριασμοί #GreenTank #ΕΕ

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.