Η Γαλλία ζήτησε επείγουσα συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο. Ο Ζαν-Νοέλ Μπαρό προειδοποιεί για «μείζον σφάλμα» του Ισραήλ και καλεί ΗΠΑ και Ιράν σε συμφωνία.
Η Γαλλία επανέρχεται στο προσκήνιο της διπλωματίας της Μέσης Ανατολής, ζητώντας επείγουσα συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο. Ο υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό διατύπωσε σαφή κριτική προς το Ισραήλ, συνδέοντας την κλιμάκωση στο μέτωπο Λιβάνου με τις ευρύτερες γεωοικονομικές πιέσεις που προκαλεί ο αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ.
Τι ζητά η Γαλλία από τον ΟΗΕ
Ο Μπαρό ανακοίνωσε ότι το Παρίσι ζήτησε επείγουσα συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, με αντικείμενο τις επιχειρήσεις του Ισραήλ στον Λίβανο. Τόνισε ότι «τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Λίβανο και την ολοένα βαθύτερη κατοχή του λιβανικού εδάφους», χαρακτηρίζοντας την επιλογή αυτή «μείζον σφάλμα για το Ισραήλ».
Η γαλλική κίνηση επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο των διμερών πιέσεων στο θεσμικό πλαίσιο του ΟΗΕ, όπου η Γαλλία διαθέτει μόνιμη έδρα και δικαίωμα αρνησικυρίας. Η επιδίωξη είναι να τεθεί πολιτικός φραγμός στην περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση, μέσω μιας συλλογικής τοποθέτησης του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Η κριτική προς το Ισραήλ και το μήνυμα προς Ουάσιγκτον και Τεχεράνη
Η δήλωση του Μπαρό ότι η συνέχιση των επιχειρήσεων αποτελεί «μείζον σφάλμα» για το Ισραήλ συνιστά σαφή διαφοροποίηση της Γαλλίας από την προσέγγιση που εστιάζει αποκλειστικά στο δικαίωμα αυτοάμυνας. Η γαλλική θέση μετατοπίζει το βάρος στην αναλογικότητα και στη διάρκεια των επιχειρήσεων, καθώς και στις επιπτώσεις της παρουσίας ισραηλινών δυνάμεων σε λιβανικό έδαφος.
Παράλληλα, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών κάλεσε ευθέως τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν να καταλήξουν σε συμφωνία, χαρακτηρίζοντας την τρέχουσα κατάσταση «μη βιώσιμη». Με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζει ότι η σταθεροποίηση της περιοχής δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς συνεννόηση των δύο βασικών εξωτερικών πόλων επιρροής, που επηρεάζουν τόσο το λιβανικό μέτωπο όσο και τις θαλάσσιες οδούς ενέργειας.
Ο αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ και οι οικονομικές επιπτώσεις
Ο Μπαρό υπογράμμισε ότι «νιώθουμε τις συνέπειες του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ σε καθημερινή βάση και γενικότερα με τον αντίκτυπό του στην παγκόσμια οικονομία και στη γαλλική οικονομία. Αυτό πρέπει να σταματήσει». Η αναφορά αυτή συνδέει άμεσα την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή με τις οικονομικές πιέσεις στην Ευρώπη.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κρίσιμο διάδρομο για τη διεθνή διακίνηση ενέργειας, και κάθε διαταραχή εκεί μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος μεταφορών, ενεργειακή αβεβαιότητα και πληθωριστικές πιέσεις. Η γαλλική διπλωματία, με αυτή τη ρητορική, επιχειρεί να αναδείξει ότι η συνέχιση της έντασης δεν είναι μόνο ζήτημα περιφερειακής ασφάλειας, αλλά και παράγοντας αποσταθεροποίησης για τις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ποια είναι η θεσμική και πολιτική στόχευση της Γαλλίας
Με το αίτημα για επείγουσα συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Γαλλία επενδύει στο κύρος των διεθνών θεσμών ως μοχλό αποκλιμάκωσης. Η επιλογή της σκληρής διατύπωσης προς το Ισραήλ και της ταυτόχρονης έκκλησης προς ΗΠΑ και Ιράν δείχνει προσπάθεια να παρουσιαστεί ως δύναμη που συνδέει την ασφάλεια με τη σταθερότητα των αγορών.
Η γαλλική στάση υποδηλώνει ότι η παράταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Λίβανο δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως ζήτημα ανθρωπιστικών συνεπειών ή περιφερειακού κινδύνου, αλλά και ως παράγοντας που επιβαρύνει ένα ήδη πιεσμένο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Η πίεση προς τις μεγάλες δυνάμεις να βρουν συμβιβασμό αποτυπώνει την ανησυχία ότι η σύγκρουση έχει ξεπεράσει τα όρια μιας τοπικής κρίσης.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η γαλλική πρωτοβουλία έχει διπλή σημασία. Πρώτον, κάθε προσπάθεια αποκλιμάκωσης στον Λίβανο και στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής μειώνει τον κίνδυνο νέων διαταραχών στις ενεργειακές ροές, που επηρεάζουν άμεσα το κόστος ενέργειας και μεταφορών στη χώρα. Δεύτερον, η ανάδειξη του ρόλου του Συμβουλίου Ασφαλείας ενισχύει το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο η Ελλάδα παραδοσιακά επενδύει, τόσο για ζητήματα ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και για τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων στις γειτονικές της ζώνες.






