Η πρόταση Μερτς για «συνδεδεμένη» συμμετοχή της Ουκρανίας στην ΕΕ ανοίγει νέο θεσμικό μέτωπο στο ευρωπαϊκό εγχείρημα διεύρυνσης. Ο Ζελένσκι απαντά ότι μια χώρα που πολεμά για την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να μείνει χωρίς πλήρη φωνή στους θεσμούς.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς για το καθεστώς ένταξης του Κιέβου στην Ευρωπαϊκή Ένωση φωτίζει τον βαθύτερο θεσμικό διχασμό της Ευρώπης: αν η διεύρυνση θα γίνει με πλήρη πολιτική ενσωμάτωση ή μέσω ενδιάμεσων, περιορισμένων σχημάτων συμμετοχής.
Ο Ζελένσκι απέρριψε δημόσια την ιδέα «συνδεδεμένης» ή «συνεργαζόμενης» ιδιότητας μέλους, υπογραμμίζοντας ότι η Ουκρανία «υπερασπίζεται την Ευρώπη πλήρως, όχι με μισά μέτρα» και συνεπώς δικαιούται πλήρη και ισότιμη θέση στο τραπέζι των αποφάσεων.
Τι προτείνει το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες
Η πρόταση Μερτς κινείται στη λογική μιας «βαθμιαίας ένταξης», όπου η Ουκρανία θα αποκτούσε πρόσβαση σε βασικές λειτουργίες της ενιαίας αγοράς, της τελωνειακής ένωσης και προγραμμάτων όπως το Erasmus και το Horizon, αλλά χωρίς πλήρη θεσμικά δικαιώματα στα όργανα λήψης αποφάσεων της ΕΕ. Αντίστοιχη γραμμή, με έμφαση σε σταδιακά οφέλη για τις υποψήφιες χώρες, έχει περιγράψει και η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μετσόλα.
Στο σκεπτικό των υποστηρικτών της ενδιάμεσης λύσης, η Ευρώπη επιδιώκει να ισορροπήσει ανάμεσα στην πολιτική δέσμευση προς την Ουκρανία και στους πρακτικούς περιορισμούς μιας υπερφορτωμένης Ένωσης 27 κρατών, με ανισομεγέθεις οικονομίες και ήδη δύσκολη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η ιδέα της «συνδεδεμένης συμμετοχής» λειτουργεί ως γέφυρα: άνοιγμα της αγοράς και επιλεκτική συμμετοχή σε πολιτικές, χωρίς άμεση πλήρη ένταξη στους θεσμούς.
Η ουκρανική απάντηση: ασφάλεια χωρίς ψήφο;
Ο Ζελένσκι, με επιστολή προς τους επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών, επανέλαβε ότι η Ουκρανία υλοποιεί με ταχύτητα τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την ένταξη και ταυτόχρονα λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα για ολόκληρη την Ένωση. Από αυτή τη σκοπιά, μια θέση «παρατηρητή» στην ΕΕ, χωρίς ψήφο στο Συμβούλιο και χωρίς κανονική εκπροσώπηση στα θεσμικά όργανα, θεωρείται στο Κίεβο πολιτικά και ηθικά ανεπαρκής.
Η ουκρανική ηγεσία φοβάται ότι ένα καθεστώς συνδεδεμένου μέλους θα μπορούσε να παγιωθεί, μετατρέποντας τη χώρα σε μόνιμη «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα σε ΕΕ και Ρωσία. Επιπλέον, η απουσία πλήρους συμμετοχής στα όργανα της Ένωσης θα περιόριζε την ικανότητα της Ουκρανίας να επηρεάσει κρίσιμες αποφάσεις για την ασφάλεια, την ενέργεια και τη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης.
Θεσμική κόπωση διεύρυνσης και οικονομικά όρια
Πίσω από τη διαφωνία κρύβεται η ευρύτερη κόπωση της ΕΕ απέναντι στη διεύρυνση. Η ένταξη μιας μεγάλης, εμπόλεμης και οικονομικά πιεσμένης χώρας όπως η Ουκρανία συνεπάγεται ανακατανομή πόρων από τα διαρθρωτικά ταμεία, αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και νέα ισορροπία ψήφων στο Συμβούλιο. Για πολλές χώρες-μέλη, αυτό σημαίνει δυνητικές απώλειες κονδυλίων και επιρροής.
Ταυτόχρονα, η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με προειδοποιήσεις για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους της μέχρι το 2040, ενώ πρέπει να χρηματοδοτήσει την πράσινη μετάβαση, την άμυνα και την τεχνολογική της αναβάθμιση. Η πλήρης ένταξη της Ουκρανίας θα απαιτήσει σημαντικούς πρόσθετους πόρους για υποδομές, θεσμική ενίσχυση και ανασυγκρότηση, σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί πιέζονται.
Γεωπολιτικό μήνυμα προς Μόσχα και Ουάσινγκτον
Η στάση της ΕΕ απέναντι στην ουκρανική ένταξη δεν είναι μόνο εσωτερικό τεχνικό ζήτημα. Το σήμα που θα σταλεί προς τη Μόσχα και την Ουάσινγκτον είναι κρίσιμο. Μια μόνιμη «συνδεδεμένη» σχέση θα μπορούσε να ερμηνευθεί από τη Ρωσία ως ένδειξη δισταγμού της Ευρώπης να αναλάβει πλήρως το πολιτικό κόστος της ένταξης της Ουκρανίας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής.
Αντίστροφα, η πλήρης ένταξη θα εμβάθυνε τον στρατηγικό δεσμό ΕΕ–Ουκρανίας, αλλά θα απαιτούσε σαφή αναπροσαρμογή της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ επαναπροσδιορίζουν τον ρόλο τους στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Τι σημαίνει για την ευρωπαϊκή οικονομική αρχιτεκτονική
Σε επίπεδο οικονομικής διακυβέρνησης, η τελική μορφή της σχέσης ΕΕ–Ουκρανίας θα επηρεάσει την κατανομή κεφαλαίων, τον σχεδιασμό των κοινοτικών προγραμμάτων και τη μελλοντική αναθεώρηση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου. Μια ενδιάμεση λύση θα επιτρέψει σταδιακή ένταξη της ουκρανικής οικονομίας στην ενιαία αγορά, με παράλληλη δοκιμή της αντοχής των ευρωπαϊκών θεσμών σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Ωστόσο, η επιλογή αυτή ενέχει τον κίνδυνο θεσμικής ασυμμετρίας: η Ουκρανία θα ευθυγραμμίζεται με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, θα ανοίγει την αγορά της και θα δέχεται τις ρυθμίσεις της ΕΕ, χωρίς να έχει πλήρη συμμετοχή στη διαμόρφωσή τους. Αυτό το μοντέλο έχει ήδη δοκιμαστεί με χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, αλλά η κλίμακα και η γεωπολιτική βαρύτητα της Ουκρανίας καθιστούν την περίπτωση ποιοτικά διαφορετική.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η διαμάχη για το καθεστώς ένταξης της Ουκρανίας λειτουργεί ως πρόγευση των αλλαγών που έρχονται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και στις πολιτικές συνοχής. Πλήρης ένταξη του Κιέβου θα πιέσει για ανακατανομή πόρων από ταμεία όπου η Ελλάδα είναι καθαρός δικαιούχος, αλλά ταυτόχρονα θα ενισχύσει τη ζήτηση για υποδομές, ενέργεια και υπηρεσίες, ανοίγοντας ευκαιρίες για ελληνικές επιχειρήσεις σε κατασκευές, ενέργεια και ναυτιλία. Αν επικρατήσει η λύση της «συνδεδεμένης» συμμετοχής, η επίδραση θα είναι πιο σταδιακή, με μικρότερη άμεση δημοσιονομική πίεση αλλά και πιο αργή ωρίμανση επενδυτικών ευκαιριών. Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα θα χρειαστεί να τοποθετηθεί με σαφή στρατηγική: υπέρ μιας διεύρυνσης που ενισχύει την περιφερειακή σταθερότητα στη Μαύρη Θάλασσα, χωρίς να υπονομεύει τη χρηματοδότηση της ελληνικής σύγκλισης.






