Η αντιπαράθεση γύρω από τον Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ μεταφέρεται πλέον θεσμικά στις Βρυξέλλες, με κράτη-μέλη να ζητούν στοχευμένες κυρώσεις. Η συζήτηση δοκιμάζει τα όρια της ευρωπαϊκής ενότητας απέναντι στο Ισραήλ και επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της συνέπειας της ΕΕ σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η δημοσιοποίηση βίντεο στο οποίο ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, εμφανίζεται να ειρωνεύεται ακτιβιστές που συνελήφθησαν σε νηοπομπή με προορισμό τη Γάζα, λειτούργησε ως καταλύτης για μια νέα, πιο σκληρή γραμμή σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η Ρώμη και η Μαδρίτη, αλλά και άλλες κυβερνήσεις, ζητούν πλέον ανοικτά την επιβολή περιοριστικών μέτρων σε βάρος του Ισραηλινού υπουργού σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το γεγονός ότι οι σκηνές αφορούν πολίτες κρατών-μελών της ΕΕ, σε συνδυασμό με τη ρητορική του Μπεν Γκβιρ, μετατρέπει μια κατά τα άλλα διμερή ένταση σε θεσμικό ζήτημα για την Ένωση. Η υπόθεση εξελίσσεται την ώρα που η ΕΕ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ και στην ανάγκη να διαφυλάξει την αξιοπιστία της ως υπερασπιστή του διεθνούς δικαίου.
Πώς διαμορφώνεται το μέτωπο εντός της ΕΕ
Η Ιταλία, μέσω του υπουργού Εξωτερικών Αντόνιο Ταγιάνι, ζήτησε να εγγραφεί το θέμα των κυρώσεων κατά του Μπεν Γκβιρ στην ημερήσια διάταξη του επόμενου Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών. Η κίνηση σηματοδοτεί μετατόπιση για τη Ρώμη, η οποία μέχρι πρόσφατα απέφευγε να συνδέσει τη διπλωματική σχέση με το Ισραήλ με στοχευμένα μέτρα σε βάρος συγκεκριμένων αξιωματούχων.
Η Ισπανία, με τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, δηλώνει ότι θα πιέσει για ευρωπαϊκής κλίμακας απαγόρευση εισόδου στον Μπεν Γκβιρ, την ώρα που η Μαδρίτη έχει ήδη επιβάλει εθνικό ban στον Ισραηλινό υπουργό. Στον ίδιο άξονα κινούνται και άλλες χώρες, όπως η Σουηδία και η Πολωνία, όπου ο υπουργός Εξωτερικών Ράντοσλαβ Σικόρσκι ζήτησε να μην επιτρέπεται η είσοδός του στη χώρα.
Παράλληλα, ομάδα ευρωβουλευτών ζητεί την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού καθεστώτος περιοριστικών μέτρων, υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά του Μπεν Γκβιρ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο παραβίασης διεθνούς δικαίου και υπονόμευσης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν αποφασίζει για τις κυρώσεις, αλλά διαμορφώνει πολιτικό κλίμα και πίεση προς το Συμβούλιο.
Τα θεσμικά εμπόδια και ο ρόλος της Γερμανίας
Παρά την αυξανόμενη πίεση, η πορεία προς τις κυρώσεις δεν είναι δεδομένη. Η Τσεχία έχει ήδη προαναγγείλει ότι θα μπλοκάρει οποιαδήποτε νέα εμπορική ή πολιτική κύρωση σε βάρος του Ισραήλ, επιμένοντας σε σκληρή φιλοϊσραηλινή γραμμή. Το ερώτημα για το αν η απόφαση χρειάζεται ομοφωνία ή μπορεί να ληφθεί με ειδική πλειοψηφία, αποτελεί κρίσιμη νομική παράμετρο που συζητείται παρασκηνιακά στις Βρυξέλλες.
Ιδιαίτερο βάρος έχει η στάση του Βερολίνου. Η Γερμανία παραδοσιακά αντιστέκεται σε κυρώσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν στοχευμένη πολιτική αποστασιοποίηση από το Ισραήλ, επικαλούμενη ιστορική ευθύνη και στρατηγική σχέση. Η μετατόπιση της Ιταλίας, ωστόσο, αφήνει το Βερολίνο πιο απομονωμένο αν επιλέξει να παραμείνει αντίθετο. Αυτό αυξάνει το πολιτικό κόστος για τη γερμανική κυβέρνηση, ιδίως σε μια περίοδο που η ΕΕ επιχειρεί να εμφανιστεί πιο ενιαία σε ζητήματα διεθνούς δικαίου.
Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από το βίντεο, δηλώνοντας ότι η συμπεριφορά του Μπεν Γκβιρ δεν συνάδει με τις αξίες του Ισραήλ. Η κίνηση αυτή δείχνει την προσπάθεια του Τελ Αβίβ να περιορίσει τη διπλωματική ζημιά, χωρίς όμως να ανοίξει μετωπική σύγκρουση με έναν βασικό εταίρο του κυβερνητικού συνασπισμού.
Η ευρωπαϊκή αξιοπιστία και το προηγούμενο άλλων κυρώσεων
Ο Μπεν Γκβιρ έχει ήδη βρεθεί στο στόχαστρο άλλων δυτικών χωρών. Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, Αυστραλία, Νορβηγία και Νέα Ζηλανδία έχουν επιβάλει κυρώσεις σε βάρος του, επικαλούμενες συστηματική υποκίνηση βίας κατά Παλαιστινίων. Αυτό δημιουργεί ένα de facto διεθνές προηγούμενο που δυσκολεύει την ΕΕ να διατηρήσει ουδέτερη στάση χωρίς να κατηγορηθεί για επιλεκτική ευαισθησία.
Η Ένωση έχει ήδη αναπτύξει εκτεταμένα καθεστώτα κυρώσεων για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από τη Ρωσία έως το Ιράν και μεμονωμένους αξιωματούχους σε τρίτες χώρες. Αν δεν κινηθεί με παρόμοιο τρόπο σε μια υπόθεση που αφορά και πολίτες κρατών-μελών, κινδυνεύει να υπονομεύσει το αφήγημα της «γεωπολιτικής Ευρώπης» που λειτουργεί με ενιαίους κανόνες.
Ταυτόχρονα, οποιαδήποτε κίνηση της ΕΕ προς στοχευμένες κυρώσεις θα τροφοδοτήσει την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση στο Ισραήλ, όπου ήδη υπάρχει σύγκρουση μεταξύ πιο σκληρών και πιο πραγματιστικών κέντρων εξουσίας. Η στάθμιση του διπλωματικού κόστους έναντι της θεσμικής συνέπειας είναι το βασικό δίλημμα για τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών.
Πιθανές επιπτώσεις στις σχέσεις ΕΕ–Ισραήλ και στην περιοχή
Οι ευρωϊσραηλινές σχέσεις δεν είναι μόνο πολιτικές αλλά και οικονομικές, με σημαντικές ροές εμπορίου, επενδύσεων και συνεργασιών σε τεχνολογία, άμυνα και ενέργεια. Στοχευμένες κυρώσεις σε έναν υπουργό δεν ισοδυναμούν με διακοπή συνεργασίας, αλλά στέλνουν σαφές μήνυμα ότι η ΕΕ είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει εργαλεία πίεσης πέραν των δηλώσεων.
Σε περιφερειακό επίπεδο, μια πιο αυστηρή στάση της ΕΕ μπορεί να ενισχύσει την εικόνα της σε αραβικές χώρες που ζητούν μεγαλύτερη ευρωπαϊκή εμπλοκή στο Παλαιστινιακό. Παράλληλα, όμως, μπορεί να περιπλέξει τα σχήματα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου το Ισραήλ αποτελεί κρίσιμο εταίρο σε ενεργειακά και αμυντικά σχήματα στα οποία συμμετέχουν και κράτη-μέλη της Ένωσης.
Για την Ουάσινγκτον, που παραμένει ο βασικός στρατηγικός εταίρος του Ισραήλ, η ευρωπαϊκή συζήτηση για κυρώσεις σε μεμονωμένους υπουργούς αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα που πρέπει να ενσωματωθεί στη διαχείριση της ευρύτερης κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η διαφοροποίηση τακτικών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ δεν είναι νέα, αλλά η κλιμάκωση σε επίπεδο προσώπων αυξάνει τον κίνδυνο ασυντόνιστων μηνυμάτων προς την περιοχή.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η εξέλιξη έχει κυρίως γεωπολιτική και δευτερευόντως οικονομική διάσταση. Ενδεχόμενη σκλήρυνση της στάσης της ΕΕ έναντι του Ισραήλ μπορεί να επηρεάσει, σε βάθος χρόνου, τον ρυθμό και το εύρος των τριμερών συνεργασιών Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ σε ενέργεια και άμυνα, χωρίς όμως άμεσο οικονομικό σοκ. Παράλληλα, η Αθήνα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ και στη γραμμή της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κάτι που επηρεάζει τη διαπραγματευτική της θέση σε ευρωπαϊκά φόρα, όπου συζητούνται και κρίσιμα ζητήματα για την Ελλάδα, όπως οι δημοσιονομικοί κανόνες και οι ενεργειακές επενδύσεις.






