Ο Ντόναλντ Τραμπ φτάνει στο Πεκίνο σε μια συγκυρία πολλαπλών γεωπολιτικών κρίσεων. Η τριήμερη επίσκεψη μπορεί να αναδιατάξει ισορροπίες από την Ασία μέχρι τη Μέση Ανατολή.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί μια ακόμη επανεκκίνηση των σχέσεων με το Πεκίνο, καθώς ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να αφιχθεί την Τετάρτη το βράδυ στην κινεζική πρωτεύουσα, εγκαινιάζοντας τριήμερη επίσημη επίσκεψη. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, το πρόγραμμα περιλαμβάνει τελετή υποδοχής, κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ, περιήγηση στον Ναό του Ουρανού και επίσημο δείπνο, σε μια προσεκτικά σκηνοθετημένη διπλωματική εικόνα που στοχεύει στην προβολή «σταθερότητας» σε μια περίοδο διεθνούς ρευστότητας.
Τι επιδιώκουν Ουάσιγκτον και Πεκίνο από αυτή τη συνάντηση;
Η ατζέντα είναι πυκνή και αντανακλά το βάρος των δύο δυνάμεων στο παγκόσμιο σύστημα. Στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθούν οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή και ειδικά η αντιπαράθεση με το Ιράν, οι εμπορικές σχέσεις, το ζήτημα της Ταϊβάν και ο έλεγχος των πυρηνικών εξοπλισμών. Για την Ουάσιγκτον, η επίσκεψη είναι ευκαιρία να δοκιμάσει αν μπορεί να αποσπάσει από το Πεκίνο έστω περιορισμένη συνεργασία σε μέτωπα όπου η Κίνα έχει αυξανόμενη επιρροή, από τις ενεργειακές ροές στον Περσικό Κόλπο έως τις αλυσίδες εφοδιασμού υψηλής τεχνολογίας.
Για το Πεκίνο, η προτεραιότητα είναι διπλή: αφενός να περιορίσει τον κίνδυνο νέων οικονομικών κυρώσεων ή τεχνολογικών περιορισμών, αφετέρου να νομιμοποιήσει διεθνώς τον ρόλο του ως αναπόσπαστου συνομιλητή σε ζητήματα ασφαλείας, από την Ανατολική Ασία μέχρι τη Μέση Ανατολή. Η προσεκτική τελετουργία της επίσκεψης –ιστορικοί χώροι, υψηλή πρωτοκόλληση, εικόνα προσωπικής χημείας– αποτελεί μέρος αυτής της στρατηγικής.
Εμπόριο, τεχνολογία και η σιωπηρή μάχη για την πρωτοκαθεδρία
Πίσω από τη διπλωματική γλώσσα, το βασικό διακύβευμα παραμένει οικονομικό και τεχνολογικό. Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη βρίσκονται σε μια παρατεταμένη διαδικασία αποσύνδεσης σε κρίσιμους τομείς, από τους ημιαγωγούς μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει προβάδισμα στα στρατηγικά τεχνολογικά οικοσυστήματα, περιορίζοντας την πρόσβαση της Κίνας σε κρίσιμες υποδομές και εξοπλισμό. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, επενδύει συστηματικά στην αυτάρκεια, επιδιώκοντας να μειώσει την ευαλωτότητά του σε εξωτερικές πιέσεις.
Η επίσκεψη Τραμπ δεν αναμένεται να άρει αυτές τις δομικές τάσεις, μπορεί όμως να αποτρέψει μια απότομη κλιμάκωση. Ενδεχόμενες συμφωνίες σε επιμέρους τομείς –όπως η πρόσβαση αγροτικών προϊόντων, η συνεργασία σε κλιματικά ζητήματα ή η καλύτερη διαχείριση των κεφαλαιακών ροών– θα λειτουργούσαν ως «βαλβίδα εκτόνωσης» για τις αγορές, χωρίς να αλλάζουν τον στρατηγικό ανταγωνισμό. Η ίδια η εικόνα δύο ηγετών που συνομιλούν σε ήρεμο κλίμα έχει αξία για επενδυτές που φοβούνται νέους δασμούς ή περιορισμούς.
Ταϊβάν, Ιράν και πυρηνικός έλεγχος: οι εύφλεκτες εστίες
Το ζήτημα της Ταϊβάν παραμένει το πιο ευαίσθητο σημείο της αμερικανοκινεζικής σχέσης. Η Ουάσιγκτον αυξάνει σταθερά το πολιτικό και στρατιωτικό της αποτύπωμα στο νησί, ενώ το Πεκίνο θεωρεί κάθε κίνηση προς «επίσημη» αναγνώριση ως ευθεία πρόκληση. Μια ελεγχόμενη ρητορική αποκλιμάκωση μετά τη συνάντηση θα ήταν επιτυχία και για τις δύο πλευρές, καθώς θα έδινε χρόνο στις αγορές της περιοχής να αναπνεύσουν, χωρίς να αλλάζει τις πάγιες θέσεις τους.
Στη Μέση Ανατολή, η σύγκρουση συμφερόντων είναι πιο σύνθετη. Η Κίνα έχει αναβαθμίσει τις ενεργειακές και επενδυτικές της σχέσεις με κράτη που διατηρούν ανοικτούς διαύλους με την Τεχεράνη, ενώ οι ΗΠΑ συνεχίζουν πολιτική πίεσης προς το Ιράν. Αν και δεν αναμένονται θεαματικές ανατροπές, κάθε συνεννόηση για την ασφάλεια των θαλάσσιων διόδων και τη σταθερότητα των τιμών ενέργειας θα έχει άμεση αντανάκλαση στην παγκόσμια οικονομία.
Στο πεδίο του ελέγχου των πυρηνικών όπλων, η γεωμετρία έχει αλλάξει. Η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στις κλασικές συμφωνίες ΗΠΑ–Ρωσίας, αλλά περιλαμβάνει όλο και περισσότερο την Κίνα ως ανερχόμενη πυρηνική δύναμη. Μια στοιχειώδης συμφωνία για διαφάνεια, μη διάδοση και αποφυγή παρεξηγήσεων θα ήταν βήμα σταθεροποίησης σε ένα περιβάλλον όπου νέες τεχνολογίες, όπως τα υπερηχητικά όπλα και η τεχνητή νοημοσύνη, μειώνουν τον χρόνο αντίδρασης σε κρίση.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για το διεθνές σύστημα
Η τριήμερη επίσκεψη δεν θα λύσει τις δομικές αντιθέσεις ΗΠΑ–Κίνας, μπορεί όμως να καθορίσει τον «τόνο» της επόμενης περιόδου: σύγκρουση με κανόνες ή σύγκρουση χωρίς φρένα. Εάν οι δύο πλευρές συμφωνήσουν σε μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεων –τακτικούς διαλόγους, «κόκκινες γραμμές», κανόνες για στρατιωτικές κινήσεις σε αμφισβητούμενες περιοχές–, τότε μειώνεται ο κίνδυνος τυχαίας κλιμάκωσης που θα μπορούσε να πυροδοτήσει οικονομικό σοκ.
Ταυτόχρονα, η επίσκεψη λειτουργεί ως μήνυμα προς τρίτες χώρες: ότι ο πλανήτης οργανώνεται γύρω από δύο κέντρα ισχύος που, ακόμη και όταν συγκρούονται, διαπραγματεύονται απευθείας τους όρους του παιχνιδιού. Αυτό θέτει σε δοκιμασία την ικανότητα μεσαίων και μικρών κρατών –συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών– να διατηρήσουν στρατηγική αυτονομία και να μην εγκλωβιστούν σε διλήμματα «ή με τον έναν ή με τον άλλον» σε τομείς όπως η τεχνολογία, η άμυνα και η ενέργεια.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η εξέλιξη των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας επηρεάζει άμεσα το περιβάλλον στο οποίο κινείται η ναυτιλία, οι εξαγωγές και οι επενδύσεις σε υποδομές και τεχνολογία. Μια έστω και εύθραυστη σταθεροποίηση μειώνει τον κίνδυνο απότομων διακυμάνσεων στο παγκόσμιο εμπόριο και στις τιμές ενέργειας, από τις οποίες εξαρτώνται τα έσοδα των ελληνικών πλοιοκτητών και η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Παράλληλα, η Αθήνα θα χρειαστεί να συνεχίσει την ισορροπία ανάμεσα στη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ και την οικονομική παρουσία της Κίνας, ιδίως σε λιμενικές και ενεργειακές υποδομές, ώστε να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες χωρίς να εκτεθεί σε γεωπολιτικούς κινδύνους ή σε πιέσεις για επιλογές αποκλειστικότητας.
#ΗΠΑ #Κίνα #Τραμπ #ΣιΤζινπίνγκ #διεθνείς_σχέσεις #γεωπολιτική






