Η Ρέιτσελ Ριβς χαρακτηρίζει τον πόλεμο στο Ιράν «λάθος», προειδοποιώντας ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή πιέζει την παγκόσμια και βρετανική οικονομία, ακόμη και με την ανάπτυξη στο υψηλότερο επίπεδο του G7.
Η καγκελάριος του Ηνωμένου Βασιλείου Ρέιτσελ Ριβς επανέλαβε ότι ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί «λάθος» και ότι η συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή συνιστά «σημαντική πρόκληση» για την παγκόσμια αλλά και τη βρετανική οικονομία. Την ίδια στιγμή, αξιοποίησε τα τελευταία στοιχεία για το ΑΕΠ για να υπογραμμίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία της G7 στο πρώτο τρίμηνο, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην γεωπολιτική αβεβαιότητα και την ανάγκη διατήρησης εμπιστοσύνης στην οικονομική πολιτική.
Ισχυρή αρχή στο ΑΕΠ, εύθραυστη ισορροπία λόγω Μέσης Ανατολής
Η αναφορά της Ριβς στην πρωτιά του Ηνωμένου Βασιλείου στον ρυθμό ανάπτυξης εντός της G7 αφορά κυρίως το βραχυπρόθεσμο σκέλος της εικόνας. Η βρετανική οικονομία ανακάμπτει μετά από παρατεταμένη στασιμότητα, με την κυβέρνηση να επιδιώκει να εμφανίσει την πορεία του ΑΕΠ ως ένδειξη ότι η δημοσιονομική και βιομηχανική στρατηγική αποδίδει. Ωστόσο, η σύγκρουση στο Ιράν και η ευρύτερη αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή απειλούν να μετατραπούν σε μόνιμη πηγή κόστους, μέσω της ενέργειας, των ναύλων και της ασφάλισης.
Η επισήμανση της Ριβς ότι η κρίση αποτελεί «σημαντική πρόκληση» λειτουργεί ως έμμεση προειδοποίηση ότι η τρέχουσα αναπτυξιακή δυναμική δεν είναι δεδομένη. Η βρετανική οικονομία, με υψηλό βαθμό εξάρτησης από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές ροές και τις θαλάσσιες μεταφορές, παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε γεωπολιτικές αναταράξεις που επηρεάζουν τα premiums κινδύνου και το κόστος εισαγωγών.
Πακέτο στήριξης παραγωγής: χημικά, αγρότες, τρόφιμα
Στο εσωτερικό μέτωπο, η Ριβς παρουσίασε δέσμη μέτρων με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της παραγωγικής βάσης. Στον πυρήνα βρίσκεται ένα ταμείο ενίσχυσης κρίσιμων χημικών ύψους 350 εκατ. λιρών, με στόχο την προστασία και αναδιάρθρωση κλάδων που θεωρούνται στρατηγικοί για την εφοδιαστική αλυσίδα, από τη φαρμακοβιομηχανία μέχρι την αγροδιατροφή και τη βιομηχανική παραγωγή.
Παράλληλα, ανακοίνωσε παράταση έως το τέλος του έτους στη μείωση του φόρου καυσίμων για το λεγόμενο «κόκκινο ντίζελ» που χρησιμοποιούν οι αγρότες, επιχειρώντας να περιορίσει το λειτουργικό τους κόστος σε μια περίοδο έντονων πιέσεων από τις τιμές ενέργειας και εισροών. Συμπληρωματικά, προωθείται μείωση δασμών σε πάνω από 100 κατηγορίες τροφίμων που πωλούνται στα σουπερμάρκετ, με στόχο να υπάρξει άμεσο αποτύπωμα στο ράφι και να περιοριστεί η επιμονή του πληθωρισμού στα βασικά είδη διατροφής.
Η λογική των μέτρων αυτών είναι διπλή: αφενός να στηριχθούν κλάδοι με υψηλή ένταση ενέργειας ή εισαγόμενων πρώτων υλών, αφετέρου να σταλεί μήνυμα ότι η κυβέρνηση αξιοποιεί στοχευμένα δημοσιονομικό χώρο για να απορροφήσει μέρος των διεθνών κραδασμών, αντί να καταφύγει σε οριζόντιες επιδοτήσεις.
Φορολογία ενεργειακού εμπορίου: πίεση στα κέρδη χωρίς φόρο
Ιδιαίτερο βάρος έχει η εξαγγελία για επίσπευση αλλαγών στη φορολογία κερδών ξένων υποκαταστημάτων, με έμφαση σε ομίλους πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Ριβς κατήγγειλε ότι ορισμένες εταιρείες πληρώνουν «λίγο ή καθόλου φόρο εταιρειών» για τα κέρδη που προκύπτουν από εμπορία ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο, αξιοποιώντας το ισχύον καθεστώς για τα κέρδη αλλοδαπών υποκαταστημάτων και την περίπλοκη δομή των ενεργειακών συναλλαγών.
Η προαναγγελία ότι το Δημόσιο αναμένει να αντλεί «εκατοντάδες εκατομμύρια λίρες ετησίως» από τη μεταρρύθμιση δείχνει πρόθεση μετατόπισης μέρους του φορολογικού βάρους προς τις μεγάλες ενεργειακές επιχειρήσεις. Σε μια περίοδο όπου τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις έχουν ήδη απορροφήσει σημαντικό ενεργειακό κόστος, η επιλογή αυτή επιχειρεί να απαντήσει σε κοινωνικές πιέσεις για «δίκαιη φορολόγηση» των υπερκερδών και των εμπορικών δραστηριοτήτων που μέχρι σήμερα βρίσκονταν συχνά στη «γκρίζα ζώνη» του διεθνούς φορολογικού πλαισίου.
Θεσμικά, η κίνηση ευθυγραμμίζεται με την ευρύτερη διεθνή τάση ενίσχυσης της φορολογικής διαφάνειας και περιορισμού της μεταφοράς κερδών (profit shifting), σε συνέχεια των πρωτοβουλιών του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η εφαρμογή τέτοιων αλλαγών είναι σύνθετη και ενδέχεται να οδηγήσει σε αναδιάρθρωση των εταιρικών δομών των ομίλων ενέργειας, με πιθανές παρενέργειες στην ελκυστικότητα του Λονδίνου ως κέντρου ενεργειακού trading.
Γεωπολιτικός κίνδυνος και βρετανική στρατηγική ανθεκτικότητας
Η ρητορική της Ριβς για τον πόλεμο στο Ιράν ως «λάθος» εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της βρετανικής κυβέρνησης να διαχωρίσει την οικονομική της στρατηγική από τις γεωπολιτικές εντάσεις, χωρίς όμως να αγνοεί τον κίνδυνο. Η κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τις τιμές ενέργειας, τα ναυτιλιακά κόστη και τα ασφάλιστρα, με άμεσο αποτύπωμα τόσο στα βιομηχανικά κόστη όσο και στον πληθωρισμό τροφίμων και μεταφορών.
Το Λονδίνο επιχειρεί να «θωρακίσει» κρίσιμες αλυσίδες αξίας, όπως τα χημικά και τα τρόφιμα, ώστε να μειώσει την εξάρτηση από ευάλωτες διαδρομές και αγορές. Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης και η πιο επιθετική φορολόγηση των κερδών από διεθνές εμπόριο ενέργειας συνιστούν δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής: μεταφορά πόρων από δραστηριότητες με υψηλή γεωπολιτική έκθεση προς το εσωτερικό παραγωγικό σύστημα.
Για τις διεθνείς αγορές, η βρετανική προσέγγιση αποτελεί ένδειξη ότι οι μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης προετοιμάζονται για παρατεταμένη περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας, όπου η δημοσιονομική και φορολογική πολιτική θα χρησιμοποιούνται περισσότερο ως εργαλεία διαχείρισης κινδύνου και λιγότερο ως παραδοσιακά αντικυκλικά μέσα.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η βρετανική στροφή έχει δύο διαστάσεις. Πρώτον, η αναγνώριση της κρίσης στο Ιράν ως συστημικού κινδύνου επιβεβαιώνει ότι η ενεργειακή και ναυτιλιακή έκθεση της Ελλάδας θα παραμείνει σε καθεστώς αυξημένης αβεβαιότητας, με επιπτώσεις στο κόστος καυσίμων, στα ναύλα και στην ασφάλιση. Δεύτερον, η επιθετικότερη φορολόγηση ενεργειακών κερδών στο Λονδίνο μπορεί να επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών κέντρων για trading και δομές ομίλων, κάτι που δημιουργεί τόσο προκλήσεις όσο και ευκαιρίες για τον Πειραιά, το ελληνικό ναυτιλιακό cluster και το Χρηματιστήριο Αθηνών σε επιμέρους εξειδικευμένα προϊόντα. Σε κάθε περίπτωση, η τάση προς μεγαλύτερη φορολογική διαφάνεια και εθνική «ανθεκτικότητα» δείχνει ότι τα κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, θα χρειαστεί να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο φορολογούν και στηρίζουν κλάδους στρατηγικής σημασίας, από την ενέργεια μέχρι τα χημικά και την αγροδιατροφή.






