Η ηγεσία της CENTCOM διαψεύδει ότι η Τεχεράνη ανέκτησε πρόσβαση σε υπόγειες πυραυλικές υποδομές μετά από πλήγματα ΗΠΑ–Ισραήλ. Η δημόσια αυτή διάψευση, χωρίς λεπτομέρειες, τροφοδοτεί νέα ερωτήματα για τη διαφάνεια, την αξιοπιστία των μυστικών υπηρεσιών και τα όρια της στρατιωτικής ισχύος στον περσικό κόλπο.
Η κατάθεση του διοικητή της Κεντρικής Διοίκησης των Ηνωμένων Πολιτειών (CENTCOM) ναυάρχου Μπραντ Κούπερ στο Κογκρέσο επανέφερε στο προσκήνιο το πιο ευαίσθητο σημείο της αντιπαράθεσης με το Ιράν: την πραγματική κατάσταση των πυραυλικών του δυνατοτήτων. Απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών, ο Κούπερ διέψευσε κατηγορηματικά δημοσιεύματα που υποστήριζαν ότι η Τεχεράνη έχει ήδη ανακτήσει πρόσβαση σε υπόγειες εγκαταστάσεις μετά από συντονισμένα πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ.
Η άρνηση ήρθε χωρίς επεξηγήσεις, αφήνοντας ένα κενό πληροφόρησης ανάμεσα σε όσα γράφονται στον Τύπο και σε όσα δηλώνει η στρατιωτική ηγεσία. Αυτό το κενό είναι κρίσιμο, καθώς σε αυτό διαμορφώνονται τόσο οι αγορές ενέργειας όσο και οι πολιτικές αποφάσεις για κυρώσεις, εξοπλισμούς και παρουσία ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή.
Τι αμφισβητεί η CENTCOM και γιατί τώρα
Η δημόσια διάψευση αφορά ειδικά αναφορές ότι το Ιράν επανενεργοποίησε υπόγειες εγκαταστάσεις που είχαν στοχοποιηθεί από κοινά πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ. Τέτοιες εγκαταστάσεις θεωρούνται κρίσιμες για την επιβίωση του ιρανικού πυραυλικού οπλοστασίου σε περίπτωση σύγκρουσης μεγάλης κλίμακας.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει ταυτόχρονα να αποτρέψει το Ιράν από περαιτέρω κλιμάκωση και να καθησυχάσει τους συμμάχους στον Κόλπο ότι τα πλήγματα είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η κατηγορηματική διάψευση λειτουργεί ως πολιτικό μήνυμα: το αφήγημα της «αποτρεπτικής ισχύος» πρέπει να παραμείνει πειστικό, ακόμη και όταν οι τεχνικές λεπτομέρειες μένουν απόρρητες.
Το σχολείο πάνω από την πυραυλική βάση και η ηθική της σύγκρουσης
Στο ίδιο πλαίσιο, ο ναύαρχος Κούπερ αναφέρθηκε στην έρευνα για την έκρηξη σε δημοτικό σχολείο στο Ιράν, όπου έχασαν τη ζωή τους περισσότερα από 160 κορίτσια. Κατά την περιγραφή του, το σχολείο βρισκόταν ακριβώς πάνω από ενεργή θέση πυραύλων cruise, κάτι που –όπως είπε– περιπλέκει την έρευνα για τις συνθήκες του πλήγματος.
Η τοποθέτηση αυτή αγγίζει τον πυρήνα της σύγχρονης πολεμικής ηθικής: όταν στρατιωτικές εγκαταστάσεις ενσωματώνονται στον αστικό ιστό, η διάκριση μεταξύ στρατιωτικού και πολιτικού στόχου γίνεται σχεδόν αδύνατη στην πράξη. Για την Τεχεράνη, τέτοια περιστατικά προσφέρονται ως απόδειξη «επιθετικότητας» ΗΠΑ–Ισραήλ. Για την Ουάσινγκτον, αποτελούν επιχείρημα ότι το ιρανικό καθεστώς εκθέτει συνειδητά τον άμαχο πληθυσμό, τοποθετώντας κρίσιμες υποδομές κάτω από σχολεία και κατοικημένες περιοχές.
Πληροφορία, προπαγάνδα και η γκρίζα ζώνη των μυστικών επιχειρήσεων
Η αντίθεση ανάμεσα σε δημοσιεύματα μεγάλων εφημερίδων και στις επίσημες διαβεβαιώσεις της CENTCOM δεν είναι απλώς τεχνική διαφορά εκτιμήσεων. Αναδεικνύει έναν δομικό κίνδυνο: οι δημοκρατίες καλούνται να νομιμοποιήσουν επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου με βάση πληροφορίες που δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν πλήρως, ενώ οι αντίπαλοι αξιοποιούν κάθε κενό πληροφόρησης για να ενισχύσουν το δικό τους αφήγημα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η «αλήθεια» για το αν μία υπόγεια βάση είναι ξανά λειτουργική ή όχι, μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης. Η Ουάσινγκτον θέλει να δείξει ότι οι επιθέσεις πέτυχαν διαρκή αποδυνάμωση του ιρανικού οπλοστασίου. Η Τεχεράνη, από την άλλη, έχει συμφέρον να προβάλει εικόνα ταχείας ανάκαμψης, ώστε να διατηρήσει την αποτρεπτική της αξιοπιστία απέναντι σε περιφερειακούς αντιπάλους και εσωτερικό ακροατήριο.
Η μακροπρόθεσμη εξίσωση ασφάλειας στον περσικό κόλπο
Η υπόθεση των υπόγειων εγκαταστάσεων συνδέεται με μία βαθύτερη εξέλιξη: το Ιράν έχει επενδύσει διαχρονικά σε πυραύλους και μη επανδρωμένα συστήματα ως φθηνή, αλλά αποτελεσματική απάντηση στην τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Ακόμη και αν συγκεκριμένες εγκαταστάσεις έχουν πληγεί, η τεχνογνωσία, οι γραμμές παραγωγής και η διασπορά των υποδομών καθιστούν δύσκολη την «οριστική» εξουδετέρωση του πυραυλικού του δυναμικού.
Αυτό σημαίνει ότι η ισορροπία τρόμου στον περσικό κόλπο δεν κρίνεται από μία ή δύο βάσεις, αλλά από το κατά πόσο οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι μπορούν να απορροφήσουν το πρώτο πλήγμα και να απαντήσουν. Σε αυτό το πλαίσιο, οι δημόσιες δηλώσεις για το τι είναι επιχειρησιακά διαθέσιμο έχουν περισσότερο χαρακτήρα στρατηγικού μηνύματος παρά τεχνικής ενημέρωσης.
Θεσμική λογοδοσία και τα όρια της μυστικότητας
Η κατάθεση Κούπερ φωτίζει επίσης την ένταση ανάμεσα στη μυστικότητα των επιχειρήσεων και στην ανάγκη κοινοβουλευτικού ελέγχου. Το Κογκρέσο ζητά απαντήσεις για επιχειρήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε ευρύτερη ανάφλεξη με το Ιράν, αλλά μεγάλο μέρος των πραγματικών δεδομένων παραμένει διαβαθμισμένο. Το αποτέλεσμα είναι μία δημόσια συζήτηση που διεξάγεται με αποσπασματικές πληροφορίες, όπου η πολιτική κριτική συχνά στηρίζεται σε διαρροές και δημοσιεύματα, τα οποία η στρατιωτική ηγεσία μπορεί να διαψεύδει χωρίς να μπορεί –ή να θέλει– να παρουσιάσει αποδείξεις.
Για τις ΗΠΑ, το θεσμικό ερώτημα είναι σαφές: πώς διασφαλίζεται ότι οι αποφάσεις για χρήση βίας ελέγχονται ουσιαστικά από εκλεγμένους εκπροσώπους, όταν ο πυρήνας των επιχειρησιακών δεδομένων είναι απρόσιτος στο κοινό; Για το Ιράν, η εσωτερική λογοδοσία είναι ακόμη πιο περιορισμένη, με τις αποφάσεις για πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα να λαμβάνονται σε κλειστούς κύκλους υπό τον ανώτατο ηγέτη.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή
Για την Αθήνα, οι εξελίξεις αυτές δεν είναι μακρινή γεωπολιτική αφηρημένης σημασίας. Κάθε κλιμάκωση ή αποκλιμάκωση στην αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν επηρεάζει άμεσα το κόστος ενέργειας, τις θαλάσσιες ροές μέσω Σουέζ και τον βαθμό στρατιωτικής παρουσίας των συμμάχων στο ανατολικό μεσογειακό τόξο. Η αβεβαιότητα γύρω από τις ιρανικές πυραυλικές δυνατότητες συντηρεί ένα ασφάλιστρο κινδύνου στις αγορές πετρελαίου, το οποίο μεταφέρεται τελικά στον ευρωπαίο και τον έλληνα καταναλωτή.
Παράλληλα, η Ελλάδα, ως μέλος του ΝΑΤΟ και ναυτιλιακή δύναμη, βρίσκεται σε λεπτή ισορροπία: από τη μία πλευρά συμμετέχει σε επιχειρήσεις ασφάλειας ναυσιπλοΐας, από την άλλη έχει άμεσο οικονομικό συμφέρον στη σταθερότητα των θαλάσσιων οδών. Η πραγματική κατάσταση των ιρανικών πυραυλικών υποδομών, πέρα από τα δημόσια αφηγήματα, θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό πόσο διαρκής θα είναι η ένταση στον περσικό κόλπο και πόσο συχνά θα δοκιμάζονται τα όρια της διεθνούς ναυτικής παρουσίας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η ουσία δεν βρίσκεται στις τεχνικές λεπτομέρειες των υπόγειων εγκαταστάσεων, αλλά στη διάρκεια της γεωπολιτικής αβεβαιότητας στον περσικό κόλπο. Κάθε περίοδος έντασης διατηρεί υψηλότερες τιμές ενέργειας, πιέζοντας το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές και τον πληθωρισμό στην Ελλάδα, ενώ αυξάνει τα λειτουργικά κόστη και τους ασφαλιστικούς κινδύνους για την ελληνική ναυτιλία. Η στρατηγική πρόκληση για την Αθήνα είναι να επενδύσει σε διαφοροποίηση πηγών ενέργειας και υποδομών (LNG, αγωγοί, ανανεώσιμες) ώστε οι διακυμάνσεις στον περσικό κόλπο να έχουν ολοένα μικρότερη επίδραση στην εγχώρια αγορά και στον σχεδιασμό των επιχειρήσεων.






