ΗΠΑ: Απέτυχε ξανά η προσπάθεια περιορισμού των πολεμικών εξουσιών Τραμπ

Με οριακή ψηφοφορία 49-50, η Γερουσία απέρριψε για έκτη φορά ψήφισμα που θα περιόριζε τις εξουσίες του Ντόναλντ Τραμπ για στρατιωτική δράση κατά του Ιράν. Η μάχη για το ποιος αποφασίζει τον πόλεμο στις ΗΠΑ αποκαλύπτει βαθιές θεσμικές ρωγμές με διεθνείς προεκτάσεις.

Η αμερικανική Γερουσία απέρριψε, με οριακή ψηφοφορία 49-50, νέο ψήφισμα που στόχευε να περιορίσει την εξουσία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να χρησιμοποιεί στρατιωτική ισχύ κατά του Ιράν χωρίς προηγούμενη εξουσιοδότηση του Κογκρέσου. Το κείμενο, που υποστηρίχθηκε από τους Δημοκρατικούς, αποτελούσε την έκτη κατά σειρά προσπάθεια να επανενεργοποιηθεί στην πράξη η συνταγματική αρμοδιότητα του Κογκρέσου στην κήρυξη πολέμου.

Η ψηφοφορία και οι διαρροές από τα κομματικά στρατόπεδα

Παρά την τελική απόρριψη, η ψηφοφορία ανέδειξε σημαντικές ρωγμές στο Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο. Γερουσιαστές όπως ο Ραντ Πολ, η Σούζαν Κόλινς και η Λίζα Μουρκόφσκι συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς, επιμένοντας ότι ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να έχει «λευκή επιταγή» για στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.

Αντίστροφα, ο Τζον Φέτερμαν αποτέλεσε τη μοναδική «διαρροή» από την πλευρά των Δημοκρατικών, καταψηφίζοντας το ψήφισμα. Η στάση του αναδεικνύει ότι η συζήτηση δεν είναι αυστηρά κομματική, αλλά διατρέχει γραμμές που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια, την εκλογική βάση κάθε γερουσιαστή και την προσωπική αντίληψη για τον ρόλο των ΗΠΑ στην περιοχή.

Τι διακυβεύεται θεσμικά στις πολεμικές εξουσίες

Πίσω από την εκάστοτε ψηφοφορία για το Ιράν κρύβεται μια παλαιότερη θεσμική σύγκρουση: ποιος αποφασίζει, τελικά, για τον πόλεμο στις ΗΠΑ. Το Σύνταγμα αποδίδει στο Κογκρέσο την εξουσία κήρυξης πολέμου, όμως, από τον Ψυχρό Πόλεμο και μετά, οι διαδοχικοί πρόεδροι αξιοποίησαν ευρείες ερμηνείες παλαιών εξουσιοδοτήσεων και την έννοια της «αυτοάμυνας» για να αναλάβουν στρατιωτική δράση χωρίς ρητή νέα ψήφο.

Η περίπτωση του Ιράν είναι ενδεικτική. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να αποτρέψουν μια σταδιακή διολίσθηση σε ένοπλη σύγκρουση μέσω περιορισμένων επιχειρήσεων ή «στοχευμένων χτυπημάτων» που δεν χαρακτηρίζονται επίσημα ως πόλεμος. Η αποτυχία του ψηφίσματος αφήνει στο προεδρικό γραφείο ευρύτερο περιθώριο ερμηνείας για το πότε και πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί βία, ιδίως σε ένα περιβάλλον έντασης στον Περσικό Κόλπο.

Η διάσταση της εξωτερικής πολιτικής και το μήνυμα προς το Ιράν

Για την Τεχεράνη, η οριακή απόρριψη στέλνει ένα διπλό μήνυμα. Τυπικά, ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί ευρύ χώρο κινήσεων για στρατιωτική πίεση. Πολιτικά όμως, η στενή διαφορά στην ψηφοφορία δείχνει ότι δεν υπάρχει σταθερή διακομματική συναίνεση υπέρ μιας κλιμάκωσης με το Ιράν, στοιχείο που η ιρανική ηγεσία θα συνυπολογίσει σε κάθε διαπραγμάτευση ή αντιπαράθεση.

Σε πρακτικό επίπεδο, η αποτυχία του ψηφίσματος δεν σημαίνει ότι ο Λευκός Οίκος θα επιδιώξει άμεσα στρατιωτική αναμέτρηση. Σημαίνει όμως ότι το θεσμικό «φρένο» του Κογκρέσου παραμένει κυρίως πολιτικό, όχι νομικά δεσμευτικό. Αυτό ενισχύει τη σημασία της εσωτερικής πολιτικής πίεσης, των δημοσκοπήσεων και του προεκλογικού κλίματος ως πραγματικών περιορισμών στην άσκηση στρατιωτικής ισχύος.

Μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη δημοκρατική λογοδοσία στις ΗΠΑ

Η επαναλαμβανόμενη αποτυχία των προσπαθειών περιορισμού των πολεμικών εξουσιών δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο: την κανονικοποίηση της «προεδρικής πρωτοβουλίας» σε θέματα πολέμου. Όσο περισσότερο το Κογκρέσο αδυνατεί να επιβάλει δεσμευτικούς κανόνες, τόσο πιο δύσκολη γίνεται μελλοντικά η αντιστροφή της τάσης, ανεξαρτήτως προσώπου στον Λευκό Οίκο.

Σε βάθος χρόνου, αυτό διαβρώνει τη διαχωρισμένη άσκηση εξουσίας που θεωρείται θεμέλιο της αμερικανικής δημοκρατίας. Ο δημοσιονομικός έλεγχος –η δυνατότητα του Κογκρέσου να εγκρίνει ή να μπλοκάρει κονδύλια για στρατιωτικές επιχειρήσεις– παραμένει ένα ισχυρό εργαλείο, αλλά χρησιμοποιείται σπάνια, καθώς ενέχει μεγάλο πολιτικό κόστος. Έτσι, η πραγματική ισορροπία εξουσίας μετατοπίζεται σταδιακά προς την εκτελεστική εξουσία.

Ενεργειακές αγορές και γεωοικονομικές παρενέργειες

Κάθε συζήτηση για στρατιωτική δράση κατά του Ιράν έχει άμεση αντανάκλαση στην αγορά ενέργειας, λόγω της σημασίας του Περσικού Κόλπου για τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου. Η αποτυχία του ψηφίσματος μπορεί βραχυπρόθεσμα να αυξήσει το «ασφάλιστρο κινδύνου» στις τιμές του πετρελαίου, καθώς οι επενδυτές ενσωματώνουν την πιθανότητα ενός απρόβλεπτου επεισοδίου.

Ωστόσο, οι αγορές έχουν πλέον «μάθει» να διαβάζουν τις αμερικανικές εσωτερικές ισορροπίες. Η στενή διαφορά στη Γερουσία λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι μια γενικευμένη σύγκρουση δεν είναι πολιτικά εύκολη επιλογή για καμία κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον, στοιχείο που συγκρατεί τις πιο ακραίες διακυμάνσεις στις τιμές.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι το ρίσκο απότομων γεωπολιτικών σοκ στις τιμές ενέργειας παραμένει υπαρκτό, αλλά όχι άμεσο. Η οριακή ισορροπία στη Γερουσία περιορίζει την πιθανότητα μιας μεγάλης στρατιωτικής κλιμάκωσης, χωρίς όμως να αποκλείει μεμονωμένα επεισόδια που θα μπορούσαν να επηρεάσουν βραχυπρόθεσμα το κόστος καυσίμων και μεταφορών. Για την Ελλάδα, ως εισαγωγέα ενέργειας και ναυτιλιακό κόμβο, η σταθερή διαφοροποίηση πηγών προμήθειας και η ενίσχυση των υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου παραμένουν στρατηγική προτεραιότητα, καθώς μειώνουν την έκθεση σε αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής που λαμβάνονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

#ΗΠΑ #Trump #Ιράν #Γερουσία #ΜέσηΑνατολή

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.