Οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν για κατάπαυση του πυρός και πυρηνικούς περιορισμούς εξελίσσονται σε σύνθετο παζλ ισχύος, με την Τεχεράνη να διεκδικεί σαφή γεωοικονομικά κέρδη. Για την Ουάσινγκτον, το διακύβευμα είναι να τερματίσει έναν δαπανηρό πόλεμο χωρίς να εμφανιστεί ότι επιστρέφει απλώς στη συμφωνία του 2015.
Οι συνομιλίες ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν για την εδραίωση της κατάπαυσης του πυρός και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ έχουν μετατραπεί σε δοκιμασία αντοχής για την αμερικανική στρατηγική ισχύος. Ενώ ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να εμφανίσει μια επικείμενη συμφωνία ως διπλωματική επιτυχία, η Τεχεράνη διαμορφώνει ένα πλαίσιο στο οποίο η οικονομική και θεσμική της επιρροή στον Περσικό Κόλπο ενισχύεται ουσιαστικά.
Τι βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, η αμερικανική πλευρά επιδιώκει άμεσο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, πλήρη άρση του ναυτικού αποκλεισμού και αυστηρούς περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, συμπεριλαμβανομένης της απομάκρυνσης του συνόλου των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου από τη χώρα. Η Ουάσινγκτον συνδέει τις ρυθμίσεις αυτές με την ανάγκη διασφάλισης της ναυσιπλοΐας και της ενεργειακής τροφοδοσίας της παγκόσμιας οικονομίας.
Αντίθετα, η Τεχεράνη προωθεί μια διφασική προσέγγιση. Στην πρώτη φάση ζητεί παράταση της κατάπαυσης του πυρός, άνοιγμα των Στενών χωρίς διόδια για τα πλοία αλλά με ταυτόχρονη άρση των αμερικανικών κυρώσεων και σταδιακό ξεπάγωμα ιρανικών περιουσιακών στοιχείων. Στη δεύτερη φάση, το πυρηνικό πρόγραμμα τίθεται στο επίκεντρο, με το Ιράν να απορρίπτει, προς το παρόν, την πλήρη μεταφορά του εμπλουτισμένου ουρανίου εκτός συνόρων και να προκρίνει λύσεις τύπου «αραίωσης» υπό διεθνή εποπτεία.
Ο ιρανικός μοχλός στα Στενά του Ορμούζ
Κρίσιμο στοιχείο είναι η απόφαση της Τεχεράνης να δημιουργήσει Αρχή Στενών του Ορμούζ, έναν θεσμικό μηχανισμό που φιλοδοξεί να ρυθμίζει τη ναυσιπλοΐα και να επιβάλλει τέλη διέλευσης. Πρόκειται για κίνηση με σαφή γεωοικονομικό χαρακτήρα, καθώς μετατρέπει τον έλεγχο ενός στρατηγικού θαλάσσιου διαύλου σε διαρκή πηγή εσόδων και πολιτικής επιρροής.
Η κίνηση αυτή δυσκολεύει την αμερικανική επιδίωξη για «ελεύθερα και ανοικτά» Στενά. Ακόμη και αν η Τεχεράνη δεν εφαρμόσει άμεσα εκτεταμένο σύστημα διοδίων, η θεσμοθέτηση ενός τέτοιου οργάνου δημιουργεί προηγούμενο: ο έλεγχος της ροής πετρελαίου και εμπορευμάτων από τον Περσικό Κόλπο παύει να είναι απλώς ζήτημα στρατιωτικής ισχύος και μετατρέπεται σε θέμα κανονιστικής και οικονομικής κυριαρχίας.
Πυρηνικό ζήτημα, περιφερειακή ισχύς και ισραηλινός παράγοντας
Πέραν των Στενών, η διαπραγμάτευση σκοντάφτει σε δύο σταθερές: το πυρηνικό πρόγραμμα και το περιφερειακό αποτύπωμα του Ιράν. Η Ουάσινγκτον και το Ισραήλ πιέζουν για αυστηρούς περιορισμούς τόσο στο επίπεδο εμπλουτισμού όσο και στα αποθέματα ουρανίου, καθώς και για μείωση της εμβέλειας των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων. Παράλληλα, ζητούν ουσιαστικό περιορισμό της στήριξης σε Χεζμπολάχ, Χαμάς και τους αντάρτες Χούθι στην Υεμένη.
Η ιρανική ηγεσία, από την πλευρά της, αποφεύγει να εντάξει τα ζητήματα αυτά σε ένα ενιαίο πακέτο. Η πυρηνική ικανότητα και το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων αποτελούν δομικά στοιχεία της ιρανικής στρατηγικής αποτροπής. Η όποια υποχώρηση σε αυτά τα πεδία θα απαιτούσε σημαντικά ανταλλάγματα σε επίπεδο ασφάλειας και οικονομίας, που προς το παρόν δεν διαφαίνονται σε επαρκή έκταση.
Ο οικονομικός λογαριασμός του πολέμου για τις ΗΠΑ
Για την κυβέρνηση Τραμπ, οι διαπραγματεύσεις διασταυρώνονται με τον εσωτερικό πολιτικό κύκλο και το κόστος του πολέμου. Η στρατιωτική εκστρατεία έχει ήδη επιβαρύνει τον αμερικανικό προϋπολογισμό με δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ έχει προκαλέσει έντονη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας, με άμεσο αντίκτυπο στις τιμές καυσίμων και στις αερομεταφορές.
Η παρατεταμένη αβεβαιότητα στα Στενά του Ορμούζ έχει ενισχύσει τα ασφάλιστρα κινδύνου στη ναυτιλία, έχει αυξήσει το κόστος μεταφοράς και έχει τροφοδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς. Για τις ΗΠΑ, αυτό μεταφράζεται σε επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, σε περίοδο που η κοινωνική ανοχή για εξωτερικές στρατιωτικές περιπέτειες είναι περιορισμένη.
Ταυτόχρονα, ο Λευκός Οίκος αντιμετωπίζει κριτική από το εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, όπου ισχυρές «σκληρές» φωνές θεωρούν ότι η όποια συμφωνία που θα θυμίζει τη συμφωνία του 2015 ισοδυναμεί με αναδίπλωση. Αυτό περιορίζει τον χώρο ελιγμών του Προέδρου, αυξάνοντας τον κίνδυνο είτε μιας άκαμπτης στάσης είτε μιας απότομης αναδίπλωσης αν το πολιτικό κόστος κριθεί υψηλό.
Γιατί η Τεχεράνη εμφανίζεται με ισχυρότερη θέση
Παρά τις βαριές επιπτώσεις των κυρώσεων στην ιρανική οικονομία –από την αύξηση του κόστους βασικών αγαθών μέχρι το κλείσιμο επιχειρήσεων– η Τεχεράνη φαίνεται να διαχειρίζεται τη φάση των διαπραγματεύσεων με μεγαλύτερη στρατηγική υπομονή. Η δυνατότητά της να επηρεάζει τη ροή πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, σε συνδυασμό με το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων, της προσδίδει έναν μοχλό πίεσης που δεν μπορεί εύκολα να εξουδετερωθεί στρατιωτικά χωρίς τεράστιο κόστος.
Αν οι συνομιλίες καταλήξουν σε συμφωνία που, ουσιαστικά, επαναφέρει μεγάλο μέρος των όρων της συμφωνίας του 2015, η Τεχεράνη θα έχει επιτύχει να αποσπάσει άρση κυρώσεων και οικονομική ανάσα, αφού προηγουμένως άντεξε έναν πόλεμο που επιβάρυνε δυσανάλογα την αμερικανική πλευρά. Ουσιαστικά, θα έχει επιβεβαιώσει ότι μπορεί να διαπραγματεύεται από θέση αντοχής, ακόμη και υπό πίεση.
Επιπτώσεις για την παγκόσμια και την ελληνική οικονομία
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το κεντρικό διακύβευμα είναι αν τα Στενά του Ορμούζ θα επανέλθουν σε καθεστώς προβλέψιμης λειτουργίας ή αν θα παραμείνουν μόνιμη πηγή γεωπολιτικού κινδύνου. Στην πρώτη περίπτωση, οι αγορές ενέργειας θα μπορούσαν να σταθεροποιηθούν, με αποκλιμάκωση των ασφαλίστρων και σταδιακή απορρόφηση των πληθωριστικών πιέσεων. Στη δεύτερη, οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις θα αναγκαστούν να ενσωματώσουν μόνιμο «ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου» στις τιμές ενέργειας και μεταφορών.
Για την Ευρώπη, και ειδικά για τις εισαγωγικές οικονομίες, το πλαίσιο αυτό ενισχύει τη συζήτηση για διαφοροποίηση πηγών ενέργειας, επενδύσεις σε υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου και επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Ωστόσο, ακόμη και μεσοπρόθεσμα, ο Περσικός Κόλπος παραμένει κρίσιμος κόμβος, γεγονός που καθιστά την έκβαση των συνομιλιών παράγοντα υψηλής σημασίας για τον ευρωπαϊκό πληθωρισμό και την ανταγωνιστικότητα.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, μια σταθερή συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν με αξιόπιστο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ θα σήμαινε σταδιακή αποκλιμάκωση του κόστους καυσίμων και ναυτασφαλίσεων, κάτι που επηρεάζει άμεσα τη ναυτιλία, τη βιομηχανία και τις μεταφορές. Η ελληνόκτητη ναυτιλία, με ισχυρή παρουσία στα δεξαμενόπλοια, θα μπορούσε να επωφεληθεί από αυξημένους όγκους μεταφοράς σε πιο προβλέψιμο περιβάλλον, ενώ η μείωση της ενεργειακής επιβάρυνσης θα λειτουργούσε υποστηρικτικά για τον πληθωρισμό και το διαθέσιμο εισόδημα. Αντίθετα, μια αποτυχία των συνομιλιών θα διατηρούσε υψηλή τη μεταβλητότητα στο πετρέλαιο, θα ενίσχυε τα κόστη λειτουργίας για επιχειρήσεις και μεταφορές και θα δυσκόλευε τον σχεδιασμό επενδύσεων σε κλάδους με υψηλή ενεργειακή ένταση.






