Η Γερουσία ενέκρινε ομόφωνα απόφαση αυτο-δέσμευσης: χωρίς μισθό για τους γερουσιαστές σε κάθε διακοπή χρηματοδότησης. Ένα πολιτικό μήνυμα «συλλογικής θυσίας» που δεν λύνει το θεσμικό πρόβλημα, αλλά αλλάζει το πλαίσιο λογοδοσίας.
Η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών ενέκρινε ομόφωνα απόφαση που προβλέπει ότι οι γερουσιαστές δεν θα λαμβάνουν μισθό όταν ομοσπονδιακές υπηρεσίες μένουν χωρίς χρηματοδότηση και η κυβέρνηση οδηγείται σε μερικό ή γενικό «shutdown». Η κίνηση, που προωθήθηκε από τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Τζον Κένεντι από τη Λουιζιάνα, παρουσιάζεται ως «συλλογική θυσία» απέναντι στις οικονομικές πιέσεις που υφίστανται οι ομοσπονδιακοί υπάλληλοι σε κάθε διακοπή λειτουργίας.
Τι αλλάζει πρακτικά με τη νέα απόφαση
Η απόφαση δίνει εντολή στον Γραμματέα της Γερουσίας να «παγώνει» τις αποδοχές των γερουσιαστών για όσο διάστημα διαρκεί ένα shutdown, με την καταβολή των δεδουλευμένων να γίνεται μόνο μετά την αποκατάσταση της χρηματοδότησης. Τυπικά, δεν πρόκειται για δημοσιονομικό μέτρο –το συνολικό κόστος μισθοδοσίας των μελών του Κογκρέσου είναι αμελητέο σε σχέση με τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό– αλλά για θεσμική κίνηση λογοδοσίας.
Το ουσιώδες στοιχείο είναι ότι οι ίδιοι οι νομοθέτες συνδέουν πλέον άμεσα το προσωπικό τους εισόδημα με την ικανότητά τους να συμφωνούν σε προϋπολογισμό και πακέτα χρηματοδότησης. Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου το εργαλείο του shutdown έχει μετατραπεί σε μοχλό πίεσης μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου, η απόφαση λειτουργεί ως εσωτερικός μηχανισμός πειθαρχίας –έστω και κυρίως σε επίπεδο συμβολισμού.
Διπλό μήνυμα μετά από δύο παρατεταμένα shutdowns
Η ομόφωνη ψήφος (99-0) έρχεται στον απόηχο δύο παρατεταμένων κρίσεων χρηματοδότησης: ενός shutdown διάρκειας 43 ημερών, που παρέλυσε ευρύ φάσμα ομοσπονδιακών λειτουργιών, και ενός δεύτερου που έπληξε το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας για 76 ημέρες. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, εκατοντάδες χιλιάδες υπάλληλοι βρέθηκαν είτε σε άδεια άνευ αποδοχών είτε να εργάζονται χωρίς έγκαιρη πληρωμή.
Το πολιτικό μήνυμα είναι διπλό. Προς τους ψηφοφόρους, η Γερουσία επιχειρεί να δείξει ότι οι ελίτ της Ουάσιγκτον δεν μένουν στο απυρόβλητο όταν η κυβέρνηση μπλοκάρει. Προς τα ίδια τα μέλη της, η απόφαση υπενθυμίζει ότι το κόστος της αδυναμίας συνεννόησης δεν είναι μόνο επικοινωνιακό, αλλά και προσωπικό. Ωστόσο, η θεσμική ρίζα του προβλήματος –η δυνατότητα χρήσης της απειλής shutdown ως διαπραγματευτικού όπλου– παραμένει ανέγγιχτη.
Συμβολισμός ή ουσιαστική θεσμική μεταρρύθμιση;
Σε οικονομικούς όρους, η απόφαση δεν αλλάζει το βασικό γεγονός ότι κάθε shutdown κοστίζει δισεκατομμύρια στην αμερικανική οικονομία: απώλεια παραγωγικότητας, καθυστερήσεις σε επενδυτικά προγράμματα, αβεβαιότητα σε αγορές και επιχειρήσεις που εξαρτώνται από ομοσπονδιακές συμβάσεις. Οι μισθοί των γερουσιαστών είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σχέση με αυτά τα μεγέθη.
Ωστόσο, σε θεσμικό επίπεδο, η κίνηση μπορεί να λειτουργήσει ως προπομπός για πιο δομικές αλλαγές: από αυτόματους μηχανισμούς παράτασης χρηματοδότησης έως περιορισμούς στη χρήση του shutdown ως εργαλείου πολιτικής ομηρίας. Αν και καμία τέτοια μεταρρύθμιση δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί, το γεγονός ότι η Γερουσία εμφανίζει σπάνια διακομματική συναίνεση πάνω στο ζήτημα του κόστους των shutdowns δείχνει ότι η πολιτική ανοχή σε παρατεταμένες διακοπές λειτουργίας μειώνεται.
Πώς επηρεάζεται η αξιοπιστία των ΗΠΑ διεθνώς
Για τους διεθνείς επενδυτές και τους οίκους αξιολόγησης, τα επαναλαμβανόμενα shutdowns δεν είναι απλώς εσωτερικό πολιτικό θέμα, αλλά ένδειξη θεσμικού κινδύνου στη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη. Κάθε διακοπή χρηματοδότησης υπονομεύει την εικόνα προβλεψιμότητας της αμερικανικής δημοσιονομικής πολιτικής, με έμμεσες συνέπειες στην τιμολόγηση του κινδύνου για τα αμερικανικά ομόλογα και στο κόστος δανεισμού.
Η σημερινή απόφαση δεν λύνει αυτό το πρόβλημα, αλλά λειτουργεί ως σήμα προς τις αγορές ότι το πολιτικό σύστημα αναγνωρίζει το θεσμικό κόστος της ακραίας αντιπαράθεσης. Σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ χρειάζονται σταθερότητα για να χρηματοδοτήσουν μεγάλα ελλείμματα και να διαχειριστούν αυξημένες γεωπολιτικές δαπάνες, κάθε κίνηση που περιορίζει την εσωτερική αστάθεια αποκτά βαρύνουσα σημασία.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η απόφαση της Γερουσίας δεν έχει άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο, αλλά είναι ενδεικτική για κάτι βαθύτερο: το πώς η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου επιχειρεί να περιορίσει τον θεσμικό κίνδυνο που παράγουν οι πολιτικές συγκρούσεις. Μια πιο προβλέψιμη αμερικανική δημοσιονομική πολιτική σημαίνει μικρότερη μεταβλητότητα σε δολάριο, αποδόσεις ομολόγων και διεθνείς ροές κεφαλαίων – παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου και των επιχειρήσεων. Για την Αθήνα, το μήνυμα είναι ότι η θεσμική αξιοπιστία δεν χτίζεται μόνο με αριθμούς στον προϋπολογισμό, αλλά και με μηχανισμούς που περιορίζουν τον κίνδυνο πολιτικού «μπλοκαρίσματος» της οικονομικής πολιτικής.






