Η δημόσια αναφορά του Ντόναλντ Τραμπ σε διπλωματική λύση με το Ιράν σπάει το κλίμα πολεμικής ρητορικής. Πίσω από τη φράση κρύβεται η αγωνία για την αποφυγή μιας νέας, δαπανηρής μεσανατολικής σύγκρουσης.
Η δήλωση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ ότι η κρίση με το Ιράν «μπορεί να λυθεί με διπλωματικά μέσα» αποτελεί την πιο καθαρή δημόσια ένδειξη εδώ και καιρό ότι ο Λευκός Οίκος επιδιώκει έξοδο από μια τροχιά κλιμάκωσης στον Περσικό Κόλπο. Η φράση, αν και λιτή, λειτουργεί ως σήμα τόσο προς την Τεχεράνη όσο και προς τους συμμάχους της Ουάσινγκτον πως ο παράγοντας διαπραγμάτευση παραμένει στο τραπέζι.
Γιατί ο Τραμπ μιλά τώρα για διπλωματική λύση;
Η αναφορά σε διπλωματική εκτόνωση έρχεται σε μια συγκυρία όπου η αμερικανοϊρανική αντιπαράθεση έχει μετατραπεί σε μόνιμο παράγοντα αστάθειας για τις αγορές ενέργειας και για την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η Ουάσινγκτον γνωρίζει ότι μια ανοιχτή σύγκρουση με το Ιράν θα είχε υψηλό οικονομικό και πολιτικό κόστος, με άμεση άνοδο των τιμών του πετρελαίου, πίεση στην παγκόσμια ανάπτυξη και επιβάρυνση του αμερικανικού προϋπολογισμού.
Παράλληλα, η αμερικανική διπλωματία επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην «μέγιστη πίεση» κατά της Τεχεράνης και στην ανάγκη να καθησυχάσει Ευρωπαίους και περιφερειακούς εταίρους, που φοβούνται ανεξέλεγκτη ανάφλεξη. Η δήλωση Τραμπ μπορεί να διαβαστεί ως προσπάθεια να διατηρηθεί η αποτρεπτική ισχύς των κυρώσεων, χωρίς όμως να κλείσει η πόρτα σε μια νέα διαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα και τον ρόλο του Ιράν στην περιοχή.
Το θεσμικό πλαίσιο και τα όρια της προεδρικής ρητορικής
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται από ένα πλέγμα θεσμών – Κογκρέσο, Πεντάγωνο, υπηρεσίες πληροφοριών, διπλωματικό σώμα – που δεν ταυτίζονται πάντα με τη ρητορική του εκάστοτε προέδρου. Η προεδρική δήλωση περί διπλωματικής λύσης αντανακλά περισσότερο μια πρόθεση κατεύθυνσης παρά μια ήδη συμφωνημένη στρατηγική. Ωστόσο, στέλνει σήμα και στο εσωτερικό ακροατήριο, όπου η κόπωση από τις μακρόχρονες επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή παραμένει ισχυρή.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εμφανιστεί ως αντίπαλος των «ατελείωτων πολέμων», αλλά ταυτόχρονα έχει υιοθετήσει σκληρή γραμμή έναντι του Ιράν. Η σημερινή τοποθέτηση δείχνει την προσπάθεια να συνδυαστεί η εικόνα του «σκληρού διαπραγματευτή» με την υπόσχεση αποφυγής μιας νέας μεγάλης στρατιωτικής εμπλοκής. Σε αυτό το πλαίσιο, η διπλωματική διέξοδος λειτουργεί και ως εργαλείο εσωτερικής νομιμοποίησης της εξωτερικής πολιτικής.
Ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη Μέση Ανατολή;
Αν η ρητορική περί διπλωματικής λύσης μετατραπεί σε πραγματικό διάλογο, το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ τη διμερή σχέση ΗΠΑ–Ιράν. Η σταδιακή αποκλιμάκωση θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο για τα θαλάσσια περάσματα του Κόλπου, να σταθεροποιήσει τις τιμές ενέργειας και να επιτρέψει σε χώρες της περιοχής να αναπροσανατολίσουν πόρους από τις αμυντικές δαπάνες προς επενδύσεις υποδομών και κοινωνικής πολιτικής.
Αντίθετα, αν η διπλωματική γλώσσα δεν συνοδευτεί από συγκεκριμένα βήματα, υπάρχει ο κίνδυνος περαιτέρω απαξίωσης των διεθνών θεσμών και των μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας. Η επαναλαμβανόμενη χρήση της απειλής κυρώσεων ή στρατιωτικής ισχύος χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου υπονομεύει την προβλεψιμότητα του διεθνούς συστήματος, αυξάνοντας τα ασφάλιστρα κινδύνου για επιχειρήσεις και κράτη σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και τον Ινδικό Ωκεανό.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε ένδειξη αποκλιμάκωσης στην κρίση ΗΠΑ–Ιράν σημαίνει μικρότερο κίνδυνο αναταράξεων στις τιμές ενέργειας και στα ναύλα, άρα μεγαλύτερη ορατότητα για επιχειρήσεις, προϋπολογισμό και επενδυτικό σχεδιασμό. Η Αθήνα, ως ναυτιλιακή και ενεργειακή πύλη της Ανατολικής Μεσογείου, έχει άμεσο συμφέρον να στηρίξει, μέσω της ευρωπαϊκής της φωνής, πρωτοβουλίες που ενισχύουν τη διπλωματία και σταθεροποιούν τους θαλάσσιους διαδρόμους από τον Περσικό μέχρι τη Μεσόγειο.






