Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι ο Σι Τζινπίνγκ χαρακτήρισε τον αμερικανικό στρατό «απίστευτο», αναδεικνύοντας εκ νέου τη στρατιωτική ισχύ ως κεντρικό πολιτικό επιχείρημα. Οι αναφορές σε Βενεζουέλα και Ιράν δείχνουν πώς η εξωτερική πολιτική παραμένει εργαλείο εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης στις ΗΠΑ.
Μιλώντας στη Νέα Υόρκη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε στο προσκήνιο την εικόνα της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής, αυτή τη φορά επικαλούμενος τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ. Σύμφωνα με τον Τραμπ, ο Σι φέρεται να χαρακτήρισε τον αμερικανικό στρατό «απίστευτο», σχόλιο που ο Αμερικανός πρόεδρος αξιοποίησε για να ενισχύσει το αφήγημά του περί «ισχυρότερων ενόπλων δυνάμεων στην ιστορία των ΗΠΑ» κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του.
Η στρατιωτική ισχύς ως πολιτικό επιχείρημα
Ο Τραμπ δεν περιορίστηκε σε φιλοφρονήσεις. Επανέλαβε ότι ο αμερικανικός στρατός «τα πάει πολύ καλά» και συνέδεσε την αποτίμησή του με εξελίξεις σε Βενεζουέλα και Ιράν. Με αυτόν τον τρόπο, παρουσίασε τις επιχειρήσεις και την παρουσία των ΗΠΑ στο εξωτερικό ως απόδειξη αποτελεσματικότητας και αποτρεπτικής ικανότητας, μετατρέποντας τις διεθνείς κρίσεις σε εσωτερικό πολιτικό κεφάλαιο.
Η επιλογή του να επικαλεστεί τον Σι Τζινπίνγκ έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Σε μια περίοδο στρατηγικού ανταγωνισμού ΗΠΑ–Κίνας, η αναφορά σε «έπαινο» από τον Κινέζο ηγέτη λειτουργεί ως διπλό μήνυμα: προς το αμερικανικό ακροατήριο, ότι ακόμη και ο βασικός αντίπαλος αναγνωρίζει την αμερικανική ισχύ· και προς το εξωτερικό, ότι η Ουάσιγκτον διατηρεί την πρωτοκαθεδρία στον στρατιωτικό τομέα.
Ιράν και Βενεζουέλα: η αφήγηση της «πλήρους υπεροχής»
Ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι οι ναυτικές και αεροπορικές δυνατότητες του Ιράν έχουν «εξουδετερωθεί», προσθέτοντας ότι η Τεχεράνη επιδιώκει πλέον «διευθέτηση». Η διατύπωση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική επικοινωνίας, όπου η στρατιωτική και οικονομική πίεση παρουσιάζονται ως μέσο εξαναγκασμού προς διαπραγμάτευση, με την Ουάσιγκτον σε θέση ισχύος.
Παράλληλα, η αναφορά στη Βενεζουέλα υπενθυμίζει ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική στη Λατινική Αμερική εξακολουθεί να στηρίζεται στην προβολή ισχύος και την ενεργή εμπλοκή σε εσωτερικές κρίσεις τρίτων χωρών. Η σύνδεση διαφορετικών γεωπολιτικών πεδίων (Μέση Ανατολή, Λατινική Αμερική, ανταγωνισμός με Κίνα) σε μία ενιαία αφήγηση ενισχύει την εικόνα των ΗΠΑ ως παγκόσμιας δύναμης με στρατιωτική παρουσία σε πολλαπλά μέτωπα.
Ο ρόλος των ενόπλων δυνάμεων στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό
Ο Τραμπ επαίνεσε εκτενώς τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και τον εξοπλισμό τους, παρουσιάζοντας την ενίσχυση του στρατού ως κεντρικό επίτευγμα της διακυβέρνησής του. Η ρητορική αυτή απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα ψηφοφόρων που συνδέουν την εθνική ασφάλεια με αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες και σκληρή στάση στο εξωτερικό.
Η ανάδειξη της στρατιωτικής ισχύος ως βασικού κριτηρίου επιτυχίας της προεδρίας μετατοπίζει τη συζήτηση από τις διπλωματικές διαδικασίες στα αποτελέσματα της ισχύος επί του πεδίου. Αυτό έχει συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ προσεγγίζουν κρίσεις: η στρατιωτική επιλογή εμφανίζεται όχι ως έσχατο μέσο, αλλά ως δομικό στοιχείο της διεθνούς παρουσίας τους.
Τι σημαίνει η ρητορική αυτή για τη διεθνή σταθερότητα;
Όταν η στρατιωτική ισχύς παρουσιάζεται ως το κύριο εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, οι υπόλοιποι δρώντες –κρατικοί και μη– προσαρμόζουν αναλόγως τη στάση τους. Η Τεχεράνη, το Καράκας αλλά και το Πεκίνο λαμβάνουν μηνύματα που δεν περιορίζονται στις δηλώσεις, αλλά επηρεάζουν τον σχεδιασμό τους για άμυνα, συμμαχίες και διαπραγματευτική τακτική.
Η επίκληση του Σι ως μάρτυρα της αμερικανικής ισχύος εντάσσεται σε ένα ευρύτερο παιχνίδι εντυπώσεων. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διατηρήσει την εικόνα της «μοναδικής υπερδύναμης», την ώρα που η Κίνα διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο, ιδίως στην Ασία. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε δημόσια αναφορά στη στρατιωτική ισορροπία αποκτά βαρύτητα, καθώς επηρεάζει όχι μόνο τις αγορές όπλων, αλλά και τις περιφερειακές ισορροπίες.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η ανάδειξη της στρατιωτικής ισχύος ως βασικού εργαλείου αμερικανικής πολιτικής επιβεβαιώνει ότι η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει περιοχή αυξημένου στρατηγικού ενδιαφέροντος για την Ουάσιγκτον. Η Αθήνα, ως σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και χώρα με σημαντικές αμερικανικές στρατιωτικές υποδομές, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην αξιοποίηση της αμερικανικής παρουσίας για την αποτροπή και στην ανάγκη σταθερών σχέσεων με περιφερειακούς δρώντες, συμπεριλαμβανομένων χωρών που επηρεάζονται άμεσα από την αμερικανική πολιτική προς Ιράν και Βενεζουέλα. Η ελληνική διπλωματία οφείλει να παρακολουθεί στενά τη ρητορική της Ουάσιγκτον, καθώς κάθε έμφαση στη στρατιωτική διάσταση μπορεί να μεταφραστεί σε αυξημένες προσδοκίες για ρόλο της Ελλάδας σε επιχειρησιακό και υποστηρικτικό επίπεδο.






