Ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει μετωπικά τη ρητορική των δασμών, συνδέοντάς την με τον ρόλο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Η δήλωση ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τον οικονομικό εθνικισμό και τις επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ αξιοποίησε μια κατά τα άλλα εθιμοτυπική εκδήλωση στον Λευκό Οίκο για να στείλει νέο μήνυμα υπέρ της κλιμάκωσης των δασμών. Απευθυνόμενος στον εμπορικό αντιπρόσωπο των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ, τον οποίο χαρακτήρισε «έναν από τους σημαντικότερους άνδρες οπουδήποτε στον κόσμο», ο Τραμπ επανέλαβε δύο φορές: «Χρειαζόμαστε περισσότερους δασμούς, Τζέιμισον. Χρειαζόμαστε περισσότερους δασμούς».
Η επαναφορά της λογικής των δασμών ως βασικού εργαλείου ισχύος
Η φράση δεν είναι απλή ρητορική υπερβολή, αλλά επιβεβαίωση ότι ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να βλέπει τους δασμούς ως κεντρικό εργαλείο άσκησης ισχύος. Οι ΗΠΑ, με το βάρος της μεγαλύτερης καταναλωτικής αγοράς παγκοσμίως, χρησιμοποιούν τους εισαγωγικούς δασμούς όχι μόνο για προστασία της εγχώριας παραγωγής, αλλά και ως μοχλό διαπραγμάτευσης σε γεωπολιτικά μέτωπα.
Η ενίσχυση του ρόλου του εμπορικού αντιπροσώπου Γκριρ υποδηλώνει ότι η Ουάσινγκτον προετοιμάζεται για έναν νέο κύκλο πιέσεων σε εταίρους και αντιπάλους. Η λογική είναι απλή αλλά σκληρή: όποιος θέλει πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, θα πρέπει να δεχθεί τους όρους της Ουάσινγκτον – είτε αυτοί είναι εμπορικοί, είτε ευρύτερα πολιτικοί.
Από τους δασμούς στο πετρέλαιο: η σύνδεση με τη Μέση Ανατολή
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τραμπ, μιλώντας για τη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο με το Ιράν, εκτίμησε ότι οι τιμές θα «καταρρεύσουν» μόλις ολοκληρωθούν οι εχθροπραξίες. Η διατύπωση παραπέμπει ευθέως στην αγορά ενέργειας και ειδικά στο πετρέλαιο, όπου ο πόλεμος και ο κίνδυνος διαταραχής των θαλάσσιων οδών τροφοδοτούν διαχρονικά την αστάθεια των τιμών.
Η υπόσχεση για «τιμές που θα έρθουν καταρρέοντας» προεξοφλεί μια στρατηγική στην οποία οι ΗΠΑ φιλοδοξούν να βγουν από τον πόλεμο ως ο κυρίαρχος ρυθμιστής της προσφοράς και της ασφάλειας των ενεργειακών ροών. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή αφήνουν πίσω τους παρατεταμένη αστάθεια, πολιτικά κενά και επενδυτική αβεβαιότητα, τα οποία δύσκολα μεταφράζονται σε σταθερά χαμηλές τιμές για μεγάλο διάστημα.
Οικονομικός εθνικισμός με μακροπρόθεσμο κόστος
Η διπλή αναφορά σε δασμούς και πετρέλαιο αποτυπώνει τη σταθερή στρατηγική του Τραμπ: οικονομικός εθνικισμός στο εσωτερικό, επιθετική αξιοποίηση της αμερικανικής ισχύος στο εξωτερικό. Βραχυπρόθεσμα, οι δασμοί μπορούν να προσφέρουν πολιτικά κέρδη, εμφανίζοντας την κυβέρνηση ως προστάτη της εγχώριας βιομηχανίας, ιδίως σε κρίσιμες πολιτείες με βιομηχανική βάση.
Μακροπρόθεσμα, όμως, οι δασμοί αυξάνουν το κόστος για τους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές και τις επιχειρήσεις που εισάγουν πρώτες ύλες και ενδιάμεσα αγαθά. Παράλληλα, επιταχύνουν την αναζήτηση εναλλακτικών αγορών και νομισμάτων από άλλες μεγάλες οικονομίες, υπονομεύοντας σταδιακά τη δεσπόζουσα θέση του δολαρίου και της αμερικανικής αγοράς ως αποκλειστικού σημείου αναφοράς.
Η σύνδεση με τον πόλεμο στο Ιράν προσθέτει μια επιπλέον διάσταση: οι ΗΠΑ επιχειρούν να μεταφράσουν τη στρατιωτική και διπλωματική τους ισχύ σε ενεργειακό πλεονέκτημα. Όμως κάθε νέα σύγκρουση στην περιοχή αυξάνει τον κίνδυνο κατακερματισμού της διεθνούς τάξης, με περισσότερα κράτη να επιλέγουν διμερείς, περιφερειακές ή νομισματικά διαφοροποιημένες συναλλαγές, ώστε να μειώσουν την έκθεσή τους στις αμερικανικές κυρώσεις και πιέσεις.
Τι σημαίνουν οι νέοι δασμοί για την Ευρώπη και την Ελλάδα;
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάθε νέα κλιμάκωση της αμερικανικής δασμολογικής πολιτικής σημαίνει αναθεώρηση της στρατηγικής της βιομηχανικής πολιτικής και της αλυσίδας αξίας. Ο ευρωπαϊκός εξαγωγικός προσανατολισμός, ειδικά σε κλάδους όπως τα βιομηχανικά προϊόντα, τα αγροτικά αγαθά και η υψηλή τεχνολογία, βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με τον κίνδυνο στοχευμένων δασμών από την Ουάσινγκτον.
Για την Ελλάδα, οι κινήσεις αυτές έχουν έμμεσο αλλά ουσιαστικό αντίκτυπο. Οι ελληνικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ (από τρόφιμα και ποτά μέχρι βιομηχανικά και χημικά προϊόντα) μπορεί να βρεθούν στο επίκεντρο γενικότερων δασμολογικών πακέτων, ακόμη κι αν δεν στοχεύονται άμεσα. Επιπλέον, η ελληνική ναυτιλία, που μεταφέρει σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου και των ενεργειακών φορτίων, επηρεάζεται άμεσα από κάθε αναταραχή τόσο στους δασμούς όσο και στις τιμές πετρελαίου.
Η υπόσχεση Τραμπ για «καταρρέουσες» τιμές μετά τον πόλεμο με το Ιράν μπορεί βραχυπρόθεσμα να μειώσει το ενεργειακό κόστος για την Ελλάδα, εφόσον πράγματι υπάρξει αποσυμπίεση στην αγορά πετρελαίου. Ωστόσο, η διαρκής γεωπολιτική αβεβαιότητα στην περιοχή συνήθως μεταφράζεται σε αυξημένα ασφάλιστρα κινδύνου, υψηλότερο κόστος μεταφοράς και επενδυτική επιφυλακτικότητα σε νέες υποδομές ενέργειας και logistics στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η ρητορική Τραμπ υπέρ «περισσότερων δασμών» λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η εποχή της ανεμπόδιστης παγκοσμιοποίησης έχει παρέλθει. Η Αθήνα και οι ελληνικές επιχειρήσεις οφείλουν να ενισχύσουν τη διαφοροποίηση αγορών (ΕΕ, Μέση Ανατολή, Ασία) και να επενδύσουν σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, λιγότερο ευάλωτα σε δασμολογικούς κύκλους. Παράλληλα, η ναυτιλία και η ενεργειακή στρατηγική της χώρας πρέπει να προεξοφλήσουν ότι η αστάθεια στη Μέση Ανατολή θα παραμείνει δομικό στοιχείο του διεθνούς περιβάλλοντος, καθιστώντας κρίσιμες τις επενδύσεις σε αποθήκευση, εναλλακτικές πηγές και υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο.






