Σε πλήρη ακινησία τέθηκε το Long Island Rail Road, το μεγαλύτερο προαστιακό δίκτυο των ΗΠΑ, μετά από απεργία πέντε συνδικάτων. Η σύγκρουση για μισθούς και ασφάλιση απειλεί να προκαλέσει σοβαρό οικονομικό και κοινωνικό κόστος στη μητροπολιτική Νέα Υόρκη.
Η λειτουργία του Long Island Rail Road (LIRR), του πιο πολυσύχναστου προαστιακού σιδηροδρομικού δικτύου στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανεστάλη το Σάββατο λόγω απεργίας περίπου 3.500 εργαζομένων. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση στο LIRR εδώ και 32 χρόνια, με άμεσο αντίκτυπο στις καθημερινές μετακινήσεις σχεδόν 300.000 επιβατών που συνδέουν τη Νέα Υόρκη με τα προάστια του Long Island.
Σύγκρουση για μισθούς, ασφάλιση και ναύλους
Την απεργία κήρυξε συμμαχία πέντε συνδικάτων, στην οποία συμμετέχουν μηχανοδηγοί, τεχνικοί, σηματωροί και άλλες κρίσιμες ειδικότητες, μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με την Μητροπολιτική Αρχή Μεταφορών (Metropolitan Transportation Authority – MTA). Το επίκεντρο της διαμάχης είναι οι αυξήσεις μισθών και οι εισφορές για την υγειονομική περίθαλψη.
Το ισχυρό συνδικάτο International Brotherhood of Teamsters υπογραμμίζει ότι οι εργαζόμενοι έχουν περάσει τρία χρόνια διαπραγματεύσεων χωρίς καμία αύξηση αποδοχών, σε μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού και αυξημένου κόστους ζωής στη μητροπολιτική περιοχή της Νέας Υόρκης. Ο Κέβιν Σέξτον, εθνικός αντιπρόεδρος του Brotherhood of Locomotive Engineers and Trainmen, δήλωσε πως «οι δύο πλευρές βρίσκονται πολύ μακριά» και ότι δεν υπάρχουν νέες διαπραγματεύσεις στον ορίζοντα.
Από την πλευρά της, η MTA, μέσω του προέδρου της Γιάνο Λίμπερ, υποστηρίζει ότι «έδωσε στα συνδικάτα ό,τι ζήτησαν σε επίπεδο μισθολογικών αυξήσεων» και αφήνει να εννοηθεί ότι η απεργία ήταν προαποφασισμένη. Η διοίκηση προειδοποιεί επίσης ότι οι αρχικές απαιτήσεις των συνδικάτων, εάν γίνουν αποδεκτές, θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε αυξήσεις ναύλων για τους επιβάτες, επιβαρύνοντας περαιτέρω το κοινό.
Μεταφορικό και οικονομικό σοκ για τη μητροπολιτική περιοχή
Η απεργία, που ξεκίνησε σε Σαββατοκύριακο, προκαλεί ήδη σοβαρή αναστάτωση, ιδίως σε όσους σχεδίαζαν να μετακινηθούν προς το Μανχάταν για ψυχαγωγία και αθλητικές διοργανώσεις. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά την πιθανότητα η κινητοποίηση να επεκταθεί στην εργάσιμη εβδομάδα, επιβαρύνοντας τα ήδη κορεσμένα οδικά δίκτυα της περιοχής και δυσχεραίνοντας τη μετακίνηση εργαζομένων σε καίριους τομείς.
Η MTA ανακοίνωσε ότι θα διαθέσει περιορισμένο αριθμό δωρεάν λεωφορείων-σάτερ κατά τις ώρες αιχμής, αποκλειστικά για εργαζόμενους σε κρίσιμες υπηρεσίες, μια λύση όμως που δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη χωρητικότητα του σιδηροδρόμου. Η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Κάθι Χότσουλ, κάλεσε τους επιβάτες του LIRR να εργαστούν από το σπίτι όπου αυτό είναι εφικτό, ενώ επέρριψε ευθύνες στην ηγεσία των συνδικάτων για «αχρείαστη δυσλειτουργία», επισημαίνοντας ότι χιλιάδες εργαζόμενοι του LIRR μένουν χωρίς μισθό λόγω της απεργίας.
Η ίδια δεσμεύτηκε ότι «στέκεται στο πλευρό των επιβατών» και θα αγωνιστεί για τη «μακροπρόθεσμη σταθερότητα» της MTA, αναδεικνύοντας την ευρύτερη διάσταση της κρίσης: το LIRR αποτελεί κρίσιμο κρίκο στην οικονομική δραστηριότητα της Νέας Υόρκης, και παρατεταμένη διακοπή λειτουργίας του μπορεί να μεταφραστεί σε σημαντικές απώλειες παραγωγικότητας, πρόσθετο κόστος για επιχειρήσεις και επιδείνωση των ανισοτήτων πρόσβασης στις μεταφορές.
Σχόλιο
: Η σύγκρουση στο LIRR συμπυκνώνει ένα ευρύτερο αμερικανικό δίλημμα: πώς χρηματοδοτείται ένα γηρασμένο αλλά απολύτως αναγκαίο σύστημα δημόσιων μεταφορών, χωρίς εκτίναξη ναύλων και χωρίς διαρκή συμπίεση μισθών. Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα ειδικότερα– η υπόθεση λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι επενδύσεις σε σιδηρόδρομο και η θεσμική σταθερότητα στις εργασιακές σχέσεις δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα, αλλά κρίσιμος παράγοντας ανταγωνιστικότητας και ανθεκτικότητας των μητροπολιτικών οικονομιών.






