Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει ότι οι διεθνείς αγοραστές στρέφονται στο αμερικανικό πετρέλαιο, παρά την άνοδο των τιμών. Συνδέει το κόστος με την αντιπαράθεση με το Ιράν.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε από το Οβάλ Γραφείο ότι ξένες χώρες αλλάζουν τις αγοραστικές τους συνήθειες στο πετρέλαιο και στρέφονται όλο και περισσότερο προς τις ΗΠΑ, εν μέσω της πολεμικής σύγκρουσης με το Ιράν. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι διεθνείς πελάτες «μαθαίνουν» πως το αμερικανικό πετρέλαιο είναι «ασφαλέστερο» και «καλύτερο προϊόν» σε σχέση με ανταγωνιστικές πηγές προμήθειας.
Η τιμή του πετρελαίου και το κόστος της αντιπαράθεσης με το Ιράν
Ο Τραμπ χαρακτήρισε τις τρέχουσες τιμές του πετρελαίου, γύρω στα 102 δολάρια το βαρέλι, ως «πολύ μικρό τίμημα» σε σχέση με το στρατηγικό στόχο της ανάσχεσης του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να πλαισιώσει την άνοδο των τιμών ως αναπόφευκτη παρενέργεια μιας σκληρής γεωπολιτικής γραμμής, την οποία παρουσιάζει ως επένδυση στην ασφάλεια των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.
Παρά τις βραχυπρόθεσμες αναταράξεις στην αγορά ενέργειας, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι οι τιμές της βενζίνης θα αποκλιμακωθούν μεσοπρόθεσμα. Η εκτίμησή του βασίζεται στη δυνατότητα των ΗΠΑ να αυξήσουν την προσφορά, αλλά και στην προσαρμογή των αγορών σε ένα νέο ενεργειακό ισοζύγιο, όπου το αμερικανικό πετρέλαιο αποκτά μεγαλύτερο μερίδιο.
Στρατηγική ενεργειακής ισχύος και πολιτική ρητορική
Ο Τραμπ άσκησε κριτική στις προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις, κατηγορώντας τες ότι «για πάνω από 47 χρόνια» δεν έλαβαν αποφασιστικά μέτρα έναντι της Τεχεράνης. Η αναφορά αυτή εντάσσεται στη σταθερή πολιτική του τακτική να παρουσιάζει τη δική του προσέγγιση ως ρήξη με μια «αδράνεια δεκαετιών», συνδέοντας την αυστηρή στάση απέναντι στο Ιράν με την ανάδειξη των ΗΠΑ ως αξιόπιστου, «ασφαλούς» ενεργειακού προμηθευτή.
Για τις διεθνείς αγορές ενέργειας, η ρητορική περί «ασφαλέστερου» αμερικανικού πετρελαίου σηματοδοτεί προσπάθεια κεφαλαιοποίησης της γεωπολιτικής ισχύος σε εμπορικό πλεονέκτημα. Εάν πράγματι ενισχυθεί η στροφή εισαγωγέων προς τις ΗΠΑ, οι παραδοσιακοί παραγωγοί της Μέσης Ανατολής θα βρεθούν υπό πίεση, τόσο σε επίπεδο τιμών όσο και σε επίπεδο μακροπρόθεσμων συμβολαίων.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, που παραμένουν καθαροί εισαγωγείς ενέργειας, η διατήρηση των τιμών του πετρελαίου σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος για μεταφορές, βιομηχανία και νοικοκυριά, ανεξαρτήτως της πηγής προμήθειας. Η όποια αποκλιμάκωση θα εξαρτηθεί τόσο από την πορεία της σύγκρουσης με το Ιράν όσο και από τη δυνατότητα της αγοράς να απορροφήσει τις ανακατατάξεις στην προσφορά.
Σχόλιο
: Η Ουάσινγκτον αξιοποιεί την κρίση με το Ιράν για να ενισχύσει τον ρόλο της ως παγκόσμιου ενεργειακού προμηθευτή· όμως οι διεθνείς αγορές, και ιδίως οι εισαγωγικές οικονομίες, πληρώνουν ήδη το τίμημα της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στην αντλία καυσίμων.






