Η βιομηχανία τροφίμων σε σύγκρουση με το αφήγημα της ακρίβειας

Ο ΣΕΒΤ καταγγέλλει στοχοποίηση της βιομηχανίας τροφίμων για την ακρίβεια, την ώρα που το κράτος εντείνει τον παρεμβατισμό. Πίσω από τη σύγκρουση κρύβεται η μάχη για το ποιος θα χρεωθεί τον πληθωρισμό τροφίμων.

Η δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την ακρίβεια στα τρόφιμα περνά σε νέα φάση, με τη βιομηχανία να επιχειρεί να αποσυνδεθεί από το αφήγημα των «υπερκερδών» και της αισχροκέρδειας. Από το βήμα της ανοιχτής εκδήλωσης του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ), ο πρόεδρος Ιωάννης Γιώτης μίλησε για «δαιμονοποίηση» του κλάδου και άφησε αιχμές για κρατικό παρεμβατισμό στην αγορά τιμών.

Η παρέμβαση έγινε παρουσία του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη και του υφυπουργού Ανάπτυξης Ιωάννη Ανδριανού, με την απουσία του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου να υπογραμμίζει τη θεσμική ένταση που έχει προηγηθεί μεταξύ κυβέρνησης και αγοράς οργανωμένου λιανεμπορίου.

Το διακύβευμα: ποιος φταίει για τον πληθωρισμό τροφίμων

Ο Ιωάννης Γιώτης επιχείρησε να επανατοποθετήσει τη βιομηχανία τροφίμων στον δημόσιο διάλογο για την ακρίβεια, απορρίπτοντας την ιδέα ότι οι τυποποιημένες μάρκες είναι ο βασικός μοχλός των αυξήσεων. Υπενθύμισε ότι πριν από δύο χρόνια ο κλάδος βρέθηκε στο στόχαστρο λόγω της εκτίναξης του ελαιολάδου, ενώ σήμερα, όπως υποστήριξε, η κριτική εστιάζει εκ νέου στη βιομηχανία για ανατιμήσεις που προέρχονται κυρίως από φρέσκα φρούτα και λαχανικά, κρέας και ψάρια.

Κομβικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας του ήταν ο ισχυρισμός ότι ο δείκτης εξέλιξης τιμών στα επώνυμα τυποποιημένα τρόφιμα είναι μηδενικός ή και αρνητικός τους τελευταίους 16 μήνες, παρουσιάζοντας τον κλάδο ως «ανάχωμα» στις πληθωριστικές πιέσεις. Αν αυτό επιβεβαιώνεται από τα επίσημα στοιχεία, σημαίνει ότι το βάρος του πληθωρισμού μετακινείται σε άλλες κατηγορίες της διατροφικής αλυσίδας, κυρίως στην πρωτογενή παραγωγή και στα προϊόντα με μεγαλύτερη έκθεση σε διεθνείς τιμές ενέργειας και μεταφορών.

Παράλληλα, ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ επανέλαβε ότι η ακρίβεια αποτελεί «χειρότερο εχθρό» για τη βιομηχανία, καθώς αποδυναμώνει τη ζήτηση και συμπιέζει την κατανάλωση επώνυμων προϊόντων προς φθηνότερες εναλλακτικές. Η θέση αυτή έρχεται σε αντιπαράθεση με το πολιτικό αφήγημα που, σε μεγάλο βαθμό, έχει εστιάσει σε «υπερκέρδη» σε συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων, οδηγώντας σε αυστηρούς ελέγχους περιθωρίων κέρδους και συχνές παρεμβάσεις στις τιμές ραφιού.

Παρεμβατισμός, ρυθμιστικό ρίσκο και επενδύσεις

Πέρα από την άμεση συζήτηση για τις τιμές, το μήνυμα του ΣΕΒΤ είχε σαφή θεσμική διάσταση. Ο Ιωάννης Γιώτης αναφέρθηκε σε συνεχή μεταβολή του ρυθμιστικού πλαισίου τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, επισημαίνοντας ότι η αστάθεια των κανόνων αποθαρρύνει επενδύσεις και υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα.

Η κριτική αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου η βιομηχανία τροφίμων βρίσκεται αντιμέτωπη με παράλληλες πιέσεις: από τη μία πλευρά οι απαιτήσεις για βιωσιμότητα, μείωση αποτυπώματος άνθρακα, ανακυκλώσιμες συσκευασίες και συμμόρφωση με νέους κανονισμούς, και από την άλλη η πολιτική ανάγκη για συγκράτηση τιμών σε ένα περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού τροφίμων. Το αποτέλεσμα είναι ένα αυξανόμενο «ρυθμιστικό κόστος», το οποίο, σε συνθήκες διεθνούς ανταγωνισμού, μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για επενδύσεις σε παραγωγικές μονάδες στην Ευρώπη και ειδικά στην περιφέρεια.

Ο ΣΕΒΤ προβάλλει τη βιομηχανία τροφίμων ως πυλώνα της ελληνικής μεταποίησης, με κύκλο εργασιών άνω των 26 δισ. €, πάνω από 160.000 άμεσες θέσεις εργασίας και εξαγωγές 7,4 δισ. €. Τα μεγέθη αυτά επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για κλάδο με συστημική σημασία για την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η χώρα επιχειρεί να ενισχύσει το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ και να βελτιώσει το εξαγωγικό της προφίλ.

Γεωπολιτικές πιέσεις και κίνδυνοι στην εφοδιαστική αλυσίδα

Στο επίκεντρο της παρέμβασης βρέθηκαν και οι κίνδυνοι για την επάρκεια πρώτων υλών. Ο Ιωάννης Γιώτης αναφέρθηκε σε ελλείψεις σε πρώτες ύλες, υλικά συσκευασίας και λιπάσματα, προειδοποιώντας ότι οι διεθνείς αναταράξεις μπορεί να επηρεάσουν στο μέλλον τη διαθεσιμότητα και, κατ’ επέκταση, την παραγωγή συγκεκριμένων αγαθών.

Οι αναφορές αυτές συνδέονται με την ευρύτερη γεωπολιτική αστάθεια, από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι τις εντάσεις σε κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες και λιπάσματα, κάθε διαταραχή στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος και κίνδυνο ελλείψεων, ακόμη κι αν αυτό δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί σε επίπεδο ραφιού.

Ο κλάδος υπενθυμίζει ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης η Ελλάδα δεν κατέγραψε ουσιαστικές ελλείψεις σε βασικά τρόφιμα, στοιχείο που η βιομηχανία χρησιμοποιεί ως επιχείρημα για τον ρόλο της στη διασφάλιση της επισιτιστικής επάρκειας. Ωστόσο, η μετάβαση σε ένα πιο «ασφαλές» παραγωγικό μοντέλο, με διαφοροποίηση προμηθευτών και αυξημένα αποθέματα, έχει δικό της κόστος, το οποίο κάπου πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ επιχειρήσεων, κράτους και καταναλωτών.

Η πολιτική διάσταση και η επόμενη μέρα για την αγορά

Η παρουσία του υπουργού Οικονομικών στην εκδήλωση, σε συνδυασμό με την απουσία του υπουργού Ανάπτυξης, αναδεικνύει τη μετατόπιση του διαλόγου από το επίπεδο «ελέγχου της αγοράς» στο επίπεδο συνολικής οικονομικής πολιτικής. Ο διάλογος για την ακρίβεια στα τρόφιμα δεν αφορά πλέον μόνο τα πρόστιμα και τους ελέγχους, αλλά και το πώς θα διαμορφωθεί ένα σταθερό πλαίσιο κανόνων που να επιτρέπει επενδύσεις χωρίς να υπονομεύει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Για τις επιχειρήσεις τροφίμων, το επίδικο είναι διπλό: αφενός να αποφύγουν τη θεσμική στοχοποίηση που μπορεί να οδηγήσει σε ad hoc παρεμβάσεις και βραχυπρόθεσμους «διορθωτικούς» μηχανισμούς τιμών, αφετέρου να διατηρήσουν ένα επίπεδο τιμολόγησης που δεν θα διαβρώνει την κατανάλωση και την εικόνα των επώνυμων προϊόντων. Για την κυβέρνηση, το πολιτικό κόστος της ακρίβειας στα τρόφιμα είναι υψηλό, ειδικά σε μια Ευρώπη όπου ο πληθωρισμός τροφίμων έχει αποδειχθεί πιο επίμονος από τον γενικό δείκτη τιμών.

Η συζήτηση για το πού πραγματικά παράγεται η πληθωριστική πίεση στην αλυσίδα αξίας των τροφίμων –πρωτογενής παραγωγή, μεταποίηση, διανομή, λιανεμπόριο– θα αποτελέσει κρίσιμο πεδίο πολιτικής και ρυθμιστικής διαπραγμάτευσης τους επόμενους μήνες. Σε αυτό το πλαίσιο, η σημερινή τοποθέτηση του ΣΕΒΤ μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια προληπτικής θωράκισης του κλάδου ενόψει ενδεχόμενων νέων μέτρων.

Σχόλιο : Για την ελληνική αγορά, το μήνυμα είναι διπλό. Από τη μία, η βιομηχανία τροφίμων υπενθυμίζει τον ρόλο της ως βασικού εργοδότη, εξαγωγικού πυλώνα και παράγοντα επισιτιστικής ασφάλειας, γεγονός που καθιστά τον κλάδο κρίσιμο για τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή στρατηγική. Από την άλλη, η σύγκρουση για το αφήγημα της ακρίβειας δείχνει ότι το ρυθμιστικό ρίσκο για τις επιχειρήσεις παραμένει υψηλό: οι επενδυτές και οι εταιρείες θα πρέπει να προεξοφλούν ότι η πολιτική πίεση για χαμηλότερες τιμές τροφίμων θα συνεχιστεί, με πιθανές στοχευμένες παρεμβάσεις σε περιθώρια κέρδους και εμπορικές πρακτικές. Η ισορροπία μεταξύ προστασίας του καταναλωτή και σταθερού πλαισίου για επενδύσεις στη μεταποίηση τροφίμων θα είναι καθοριστική για το αν η Ελλάδα θα καταφέρει να μετατρέψει τον κλάδο από «αποδιοπομπαίο τράγο» της ακρίβειας σε μοχλό παραγωγικής αναβάθμισης.

#βιομηχανία_τροφίμων #ακρίβεια #ΣΕΒΤ #ελληνική_οικονομία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.