Η στρατηγική της ΜΑΚΒΕΛ: γιατί θυσίασε τζίρο για αξιοπιστία

Η ΜΑΚΒΕΛ–EURIMAC επέλεξε το 2025 να φρενάρει τις πωλήσεις, προστατεύοντας παραγωγική ικανότητα και αξιοπιστία. Παράλληλα κλιμακώνει επενδύσεις και εξαγωγική παρουσία.

Σε μια αγορά ζυμαρικών όπου κυριαρχούν λίγοι μεγάλοι όμιλοι και οι πιέσεις κόστους είναι έντονες, η ΜΑΚΒΕΛ–EURIMAC επέλεξε το 2025 μια ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα στρατηγική: αντί να κυνηγήσει κάθε επιπλέον ευρώ τζίρου, προτίμησε να προστατεύσει την αξιοπιστία της απέναντι σε πελάτες και λιανεμπόριο, πατώντας συνειδητά «φρένο» στην παραγωγή.

Ένα ελληνοϊταλικό μοντέλο που αντέχει τρεις δεκαετίες

Η βιομηχανία ζυμαρικών από το Κιλκίς αποτελεί μια ιδιότυπη περίπτωση εταιρικής «συμβίωσης». Από το 1996, όταν ο Σταύρος Κωνσταντινίδης συμφώνησε την πώληση του 50% της οικογενειακής ΜΑΚΒΕΛ στην ιταλική EURICOM spa, η εταιρεία λειτουργεί με μετοχική ισορροπία 50%-50%. Οι Ιταλοί εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο, αλλά η καθημερινή διοίκηση παραμένει στην οικογένεια Κωνσταντινίδη.

Η μακροβιότητα της συνεργασίας αποδίδεται στις ισχυρές προσωπικές σχέσεις, στις σταθερές επιδόσεις της ελληνικής βιομηχανίας και στη συνεπή μερισματική πολιτική. Μερίδιο περίπου 30% στην εγχώρια παραγωγή και το 50% των ελληνικών εξαγωγών ζυμαρικών, σε συνδυασμό με σταθερές αποδόσεις, δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου «όλοι κερδίζουν», άρα κανείς δεν έχει κίνητρο να διαταράξει την ισορροπία.

Το σχήμα αυτό έδωσε στη ΜΑΚΒΕΛ τον χρόνο να καθετοποιήσει την παραγωγή, να επενδύσει συστηματικά και να χτίσει παρουσία σε περίπου 60 αγορές, με τη Βρετανία να αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά της.

Συνειδητό «φρένο» στην παραγωγή και πίεση κόστους

Το 2024 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, με παραγωγή 76.200 τόνων ζυμαρικών, την υψηλότερη στην ιστορία της εταιρείας και ρεκόρ για ελληνική επιχείρηση του κλάδου. Το 2025, ωστόσο, η διοίκηση αποφάσισε να περιορίσει την παραγωγική πίεση. Όπως ανέφερε ο CEO Οδυσσέας Παπαδόπουλος, η εταιρεία «αμύνθηκε λίγο», αποφεύγοντας να αναλάβει νέες συνεργασίες, παρότι υπήρχε ζήτηση, γιατί οι γραμμές παραγωγής είχαν φτάσει στα όριά τους.

Η επιλογή αυτή είχε μετρήσιμο κόστος: οι πωλήσεις υποχώρησαν στα 66,83 εκατ. ευρώ από 72,56 εκατ. ευρώ, τα EBITDA στα 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη μετά φόρων στα 8,63 εκατ. ευρώ από 10,7 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η εταιρεία εκτιμά ότι διαφύλαξε την αξιοπιστία της σε σχέση με χρόνους παράδοσης και ποιότητα, κρίσιμα στοιχεία για τα συμβόλαια ιδιωτικής ετικέτας που αποτελούν τον κορμό του τζίρου.

Παράλληλα, η ΜΑΚΒΕΛ–EURIMAC βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές αυξήσεις κόστους σε μεταφορικά, συσκευασίες και πρώτες ύλες, που φτάνουν έως και 20%. Καθοριστικός παράγοντας για την εμπορική πολιτική της επόμενης περιόδου παραμένει το σκληρό σιτάρι, με τη νέα σοδειά να αποτελεί τον μεγάλο άγνωστο. Η εταιρεία δεν έχει αποστείλει ακόμη νέους τιμοκαταλόγους στο λιανεμπόριο, ακολουθώντας πολιτική «χρονοκαθυστέρησης» στις ανατιμήσεις, όπως και σε προηγούμενες κρίσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διοίκηση εκφράζει προβληματισμό για το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους και γενικότερα για τις κρατικές παρεμβάσεις, τις οποίες θεωρεί παράγοντα στρεβλώσεων σε μια ήδη πιεσμένη αγορά.

Επενδύσεις, στόχοι παραγωγής και μάχη στα επώνυμα ζυμαρικά

Από το 2020 έως το 2026, η EURIMAC επενδύει πάνω από 26 εκατ. ευρώ σε παραγωγή, τεχνολογία και υποδομές. Για το 2026 έχει τεθεί στόχος πωλήσεων 78.000 τόνων, ενώ ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει παραγωγή 85.000 τόνων, εφόσον ολοκληρωθεί ο επενδυτικός κύκλος.

Παρότι το κύριο μερίδιό της προέρχεται από προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, η εταιρεία ενισχύει συστηματικά το επώνυμο brand «ΜΑΚΒΕΛ». Την περίοδο 2022-2025, η συνολική αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε μόλις κατά 5,3% σε όγκο, ενώ η ΜΑΚΒΕΛ κατέγραψε άνοδο 77,2%, κερδίζοντας σαφώς μερίδια.

Ιδιαίτερο στοίχημα αποτελεί και η σειρά ζυμαρικών χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, μια μικρή αλλά αναπτυσσόμενη κατηγορία με μερίδιο περίπου 0,6%. Γύρω από αυτή τη σειρά η εταιρεία βρέθηκε σε διαμάχη με την ανταγωνίστρια Μέλισσα, την οποία, όπως υποστηρίζει η διοίκηση, έχει κερδίσει.

Η επιλογή της ΜΑΚΒΕΛ να θυσιάσει βραχυπρόθεσμο τζίρο για χάρη της αξιοπιστίας, σε συνδυασμό με τις επιθετικές επενδύσεις και το χτίσιμο επώνυμου brand, δείχνει μια βιομηχανία που ποντάρει στη μακροπρόθεσμη αξία και όχι στη συγκυριακή εκμετάλλευση της ζήτησης.

Σχόλιο SBCTV : Η ΜΑΚΒΕΛ λειτουργεί ως case study για το πώς μια μεσαία ελληνική βιομηχανία μπορεί να μετατραπεί σε εξαγωγικό «παίκτη» ευρωπαϊκής κλίμακας, επενδύοντας στην καθετοποίηση, στην πειθαρχία τιμολόγησης και στη φήμη της. Σε ένα περιβάλλον πληθωρισμού τροφίμων και ρυθμιστικών παρεμβάσεων, η στρατηγική της αναδεικνύει ότι η πραγματική διαπραγματευτική ισχύς χτίζεται με συνέπεια, όχι με βραχυπρόθεσμες εκπτώσεις στην ποιότητα ή στην αξιοπιστία παράδοσης.

#ΜΑΚΒΕΛ #ζυμαρικά #βιομηχανίαΤροφίμων #εξαγωγές #τιμέςΤροφίμων

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.