Το Ιράν παραμένει για 75η ημέρα σε καθεστώς ουσιαστικής ψηφιακής απομόνωσης, με σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Την ίδια ώρα, η Ουάσινγκτον σκληραίνει τη ρητορική της και αναδιατάσσει το στρατιωτικό της αφήγημα.
Το παρατεταμένο μπλακάουτ στο διαδίκτυο στο Ιράν συμπληρώνει 75 ημέρες, σύμφωνα με τα στοιχεία της NetBlocks, μετατρέποντας τη χώρα σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα κρατικά επιβαλλόμενης ψηφιακής απομόνωσης. Η πρόσβαση παραμένει βαριά περιορισμένη, με την κίνηση να διοχετεύεται σε κρατικά ελεγχόμενα κανάλια και σε επιλεγμένες «λευκές λίστες» ιστοτόπων.
Ψηφιακή λογοκρισία, επιτήρηση και νέο πεδίο κερδοσκοπίας
Η NetBlocks περιγράφει την κατάσταση ως «ψηφιακό μέτρο λογοκρισίας» που έχει οδηγήσει σε κερδοσκοπία και υποβάθμιση της ψηφιακής ασφάλειας. Η κυβέρνηση προωθεί «προνομιακά» πακέτα πρόσβασης στο διαδίκτυο και καθεστώτα επιλεκτικής επιτρεπόμενης χρήσης, τα οποία ανοίγουν τον δρόμο για ενισχυμένη επιτήρηση, πελατειακές σχέσεις και διαφθορά.
Στην πράξη, η πρόσβαση στο παγκόσμιο διαδίκτυο μετατρέπεται σε αγαθό δύο ταχυτήτων: για τους απλούς πολίτες, αποσπασματική και επισφαλής· για όσους διαθέτουν πολιτικές ή οικονομικές διασυνδέσεις, περισσότερο σταθερή, αλλά απολύτως διαφανής στις κρατικές αρχές. Το κενό που δημιουργείται το καλύπτουν σκιώδεις πάροχοι «παρακαμπτήριων» υπηρεσιών, με υψηλό κόστος και αυξημένο κίνδυνο για απάτες και υποκλοπές.
Οικονομικές συνέπειες: από τις μικρές επιχειρήσεις μέχρι το πετρέλαιο
Η παρατεταμένη διακοπή δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιωμάτων, αλλά και σκληρών οικονομικών μεγεθών. Η ιρανική μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, που τα τελευταία χρόνια είχε στραφεί στο ηλεκτρονικό εμπόριο και στις ψηφιακές υπηρεσίες για να παρακάμψει τις κυρώσεις, βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με τοίχο. Οι πλατφόρμες πωλήσεων, οι υπηρεσίες πληρωμών και η εξ αποστάσεως εργασία υπολειτουργούν, συμπιέζοντας εισοδήματα και απασχόληση.
Σε πιο μακροοικονομικό επίπεδο, η ψηφιακή αποκοπή υπονομεύει τη λειτουργία κρίσιμων κλάδων, από τα logistics και την ενέργεια μέχρι τον τραπεζικό τομέα. Σε μια οικονομία ήδη πιεσμένη από τις αμερικανικές κυρώσεις, η απώλεια παραγωγικότητας και η αύξηση του κόστους συναλλαγών ενισχύουν την εικόνα ενός συστήματος που λειτουργεί σε «αναλογική ταχύτητα» μέσα σε έναν ψηφιακό κόσμο.
Η Ουάσινγκτον κλιμακώνει τη ρητορική και το συμβολισμό των επιχειρήσεων
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε «εικονική προδοσία» τις εκτιμήσεις ότι το Ιράν τα πηγαίνει καλά στον πόλεμο με τις ΗΠΑ, επιμένοντας ότι η Τεχεράνη αποτελεί «οικονομική καταστροφή». Η φρασεολογία αυτή ενισχύει το αφήγημα της Ουάσινγκτον ότι η στρατηγική πίεσης αποδίδει, την ώρα που η ιρανική οικονομία πιέζεται και από το εσωτερικό ψηφιακό κλείδωμα.
Παράλληλα, πληροφορίες αναφέρουν ότι το Πεντάγωνο εξετάζει τη μετονομασία της στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν σε «Operation Sledgehammer», εφόσον καταρρεύσει η εκεχειρία. Οι ονομασίες επιχειρήσεων δεν είναι τυπικό ζήτημα: λειτουργούν ως σήματα προς συμμάχους, αντιπάλους και εσωτερικό ακροατήριο, προδιαγράφοντας την ένταση και τη διάρκεια μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης.
Προϋποθέσεις της Τεχεράνης και το διαπραγματευτικό παιχνίδι
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η Τεχεράνη φέρεται να έχει θέσει πέντε προϋποθέσεις για την επανέναρξη συνομιλιών με την Ουάσινγκτον. Αν και δεν δημοσιοποιούνται πλήρως, η εμπειρία των προηγούμενων διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα δείχνει ότι συνήθως αφορούν την άρση ή χαλάρωση κυρώσεων, την αναγνώριση ρόλου του Ιράν στην περιφερειακή ασφάλεια και εγγυήσεις μη αλλαγής καθεστώτος.
Το μπλακάουτ στο διαδίκτυο λειτουργεί εδώ ως διπλό εργαλείο: στο εσωτερικό, περιορίζει τη ροή πληροφόρησης και τη δυνατότητα οργάνωσης κοινωνικών κινητοποιήσεων· στο εξωτερικό, στέλνει μήνυμα ότι η ηγεσία είναι διατεθειμένη να απορροφήσει υψηλό πολιτικό και οικονομικό κόστος για να διατηρήσει τον έλεγχο. Αυτό αυξάνει την αβεβαιότητα για το αν η Τεχεράνη θα επιδιώξει συμβιβασμό ή περαιτέρω κλιμάκωση.
Μακροπρόθεσμες θεσμικές συνέπειες για το Ιράν
Η θεσμοποίηση της ψηφιακής λογοκρισίας κινδυνεύει να παγιώσει ένα νέο θεσμικό υπόδειγμα στο Ιράν: ένα «εθνικό ίντερνετ» κλειστού τύπου, με αυστηρό φιλτράρισμα περιεχομένου και ενισχυμένη παρουσία των υπηρεσιών ασφαλείας. Η μετάβαση αυτή δεν είναι εύκολα αναστρέψιμη· δημιουργεί νέα κέντρα οικονομικής ισχύος γύρω από κρατικά ελεγχόμενους παρόχους και τεχνολογικές εταιρείες που αναπτύσσουν εργαλεία παρακολούθησης.
Σε βάθος χρόνου, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω «διαζύγιο» της ιρανικής κοινωνίας από τις διεθνείς τεχνολογικές αλυσίδες αξίας, καθιστώντας δυσκολότερη οποιαδήποτε μελλοντική ομαλοποίηση σχέσεων με τη Δύση. Οι νέες γενιές, που είχαν επενδύσει σε ψηφιακές δεξιότητες και διεθνείς δικτυώσεις, εγκλωβίζονται σε ένα περιβάλλον περιορισμένων ευκαιριών και αυξημένου κρατικού ελέγχου.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η ιρανική ψηφιακή απομόνωση έχει έμμεσες αλλά ουσιαστικές προεκτάσεις. Πρώτον, περιορίζει περαιτέρω τις προοπτικές νόμιμων εμπορικών και ενεργειακών συναλλαγών με το Ιράν, ιδιαίτερα σε επίπεδο ναυτιλίας και εξειδικευμένων τεχνολογικών υπηρεσιών, καθώς η επιχειρηματική πληροφόρηση και η διαφάνεια γίνονται ακόμη πιο δυσπρόσιτες. Δεύτερον, ενισχύει τη γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, διατηρώντας σε υψηλά επίπεδα το «ασφάλιστρο κινδύνου» στις αγορές ενέργειας, κάτι που επηρεάζει το κόστος για την ελληνική βιομηχανία και τα νοικοκυριά. Τρίτον, προσφέρει ένα αρνητικό υπόδειγμα για το πώς η εργαλειοποίηση του διαδικτύου από τα κράτη μπορεί να πλήξει την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία – ζήτημα κρίσιμο και για την Ελλάδα, που επενδύει στην ψηφιακή μετάβαση ως μοχλό ανάπτυξης. Η ελληνική αγορά οφείλει να παρακολουθεί στενά αυτές τις εξελίξεις, τόσο για να αξιολογεί γεωπολιτικούς κινδύνους όσο και για να θωρακίσει θεσμικά τα δικά της ψηφιακά δικαιώματα και υποδομές.






