Η κατάθεση του Μπενιαμίν Νετανιάχου στη δίκη διαφθοράς διακόπτεται ξανά, αυτή τη φορά για «επείγουσες» συσκέψεις ασφάλειας. Η επαναλαμβανόμενη σύγκρουση δικαστικού ημερολογίου και κυβερνητικών υποχρεώσεων αναδεικνύει ένα βαθύτερο θεσμικό πρόβλημα στο Ισραήλ.
Η νέα διακοπή της κατάθεσης του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου στη δίκη διαφθοράς, λόγω επείγουσας σύσκεψης για ζητήματα ασφάλειας και διπλωματίας, δεν είναι απλώς ακόμη ένα επεισόδιο σε μια μακρά διαδικασία. Είναι ένδειξη της μόνιμης τριβής ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και τη Δικαιοσύνη σε μια χώρα όπου ο ίδιος ο πρωθυπουργός κάθεται στο εδώλιο, ενώ ταυτόχρονα διαχειρίζεται κρίσιμα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Η δίκη που δεν τελειώνει και το αφήγημα της «ασφάλειας»
Η ακρόαση, που επρόκειτο να διαρκέσει αρκετές ώρες, περιορίζεται μέχρι τη 13:00 τοπική ώρα, με το επιχείρημα ότι «ζητήματα ασφάλειας και διπλωματίας απαιτούν την προσοχή του Νετανιάχου». Η ίδια συνεδρίαση είχε ήδη μετατεθεί μία ημέρα νωρίτερα για «λόγους ασφάλειας και πολιτικούς λόγους». Συσσωρευτικά, από το 2020, η δίκη έχει σημαδευτεί από αναβολές, τεχνικές καθυστερήσεις και επαναπρογραμματισμούς, που τροφοδοτούν την εντύπωση μιας διαδικασίας χωρίς σαφές χρονικό ορίζοντα.
Οι κατηγορίες εναντίον του Ισραηλινού πρωθυπουργού –παροχή πολιτικών και ρυθμιστικών ευνοϊκών ρυθμίσεων με αντάλλαγμα πολυτελή δώρα και ευνοϊκή κάλυψη από μέσα ενημέρωσης– αγγίζουν τον πυρήνα της σχέσης πολιτικής εξουσίας, επιχειρηματικών συμφερόντων και μιντιακού συστήματος. Όταν σε αυτό το πλαίσιο προστίθεται η επίκληση της εθνικής ασφάλειας ως λόγος για τη μερική αναστολή της δικαστικής διαδικασίας, το αποτέλεσμα είναι μια γκρίζα ζώνη όπου η θεσμική λογοδοσία υποχωρεί μπροστά στην κυβερνητική ισχύ.
Η πίεση στο ισραηλινό θεσμικό πλαίσιο
Το ισραηλινό σύστημα βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε διαρκή ένταση μεταξύ κυβέρνησης και Δικαιοσύνης. Οι προσπάθειες περιορισμού των αρμοδιοτήτων του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι μαζικές διαδηλώσεις και η πολιτική πόλωση έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα θεσμικής αβεβαιότητας. Η δίκη Νετανιάχου είναι ο καθρέφτης αυτής της σύγκρουσης: από τη μία πλευρά, ένα δικαστικό σώμα που επιδιώκει να επιβεβαιώσει ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου, από την άλλη, ένας πρωθυπουργός που αντλεί πολιτική νομιμοποίηση από το εκλογικό σώμα και επικαλείται διαρκώς τον ρόλο του ως εγγυητή της ασφάλειας.
Η επαναλαμβανόμενη προτεραιοποίηση των κυβερνητικών υποχρεώσεων έναντι της παρουσίας στο δικαστήριο δεν είναι θεσμικά ουδέτερη. Σταδιακά, εμπεδώνει την αντίληψη ότι η εκτελεστική εξουσία μπορεί να «διαπραγματευθεί» τον ρυθμό της δικαστικής διαδικασίας, με όχημα την ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι απειλές ασφαλείας είναι ανύπαρκτες, αλλά ότι η συστηματική χρήση τους ως λόγου αναβολής θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικής ανάγκης και πολιτικής σκοπιμότητας.
Διεθνείς παρεμβάσεις και πολιτικό μήνυμα
Η αναφορά ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ έχει κατ’ επανάληψη ζητήσει από τον Ισραηλινό πρόεδρο Ιτσχάκ Χέρτζογκ να εξετάσει την απονομή χάριτος στον Νετανιάχου προσθέτει ακόμη μία διάσταση. Η εξωτερική πολιτική στήριξη, ιδίως από την Ουάσιγκτον, λειτουργεί ως πολιτικό κεφάλαιο στο εσωτερικό. Ωστόσο, η ιδέα μιας προεδρικής χάριτος ενόσω η δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον σεβασμό της δικαστικής ανεξαρτησίας και για το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία ως προς την ισονομία.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η εμπλοκή ξένων ηγετών σε τόσο ευαίσθητες εσωτερικές δικαστικές υποθέσεις μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών ότι οι θεσμοί απονέμουν δικαιοσύνη ανεξάρτητα από διεθνείς ισορροπίες. Παράλληλα, δημιουργεί προηγούμενο για τη χρήση της εξωτερικής στήριξης ως ασπίδας έναντι της εσωτερικής λογοδοσίας.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη δημοκρατική αντοχή του Ισραήλ;
Η δίκη Νετανιάχου εξελίσσεται σε μακρά δοκιμασία αντοχής για τους ισραηλινούς θεσμούς. Όσο παρατείνεται, τόσο περισσότερο μετατρέπεται από νομικό ζήτημα σε πολιτικό σύμβολο: για τους υποστηρικτές του, σε απόδειξη ότι το «σύστημα» τον στοχοποιεί· για τους επικριτές του, σε τεστ αν η Δικαιοσύνη μπορεί να φτάσει μέχρι τέλους χωρίς να υποχωρήσει σε πολιτικές πιέσεις. Η σημερινή διακοπή για λόγους ασφάλειας είναι ένα ακόμη επεισόδιο σε αυτή τη μακρά διαδικασία φθοράς της εμπιστοσύνης.
Το θεσμικό ερώτημα είναι αν το Ισραήλ θα καταφέρει να διαχωρίσει καθαρά την ανάγκη για αποτελεσματική διακυβέρνηση σε περίοδο υψηλής έντασης από την υποχρέωση πλήρους και απρόσκοπτης δικαστικής διερεύνησης. Όσο οι δύο αυτές λειτουργίες παραμένουν μπλεγμένες στο ίδιο πρόσωπο, η σύγκρουση ρόλων θα αναπαράγεται και η κάθε αναβολή θα ερμηνεύεται πολιτικά, ανεξάρτητα από την πραγματική αιτία της.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά και οικονομία, η υπόθεση Νετανιάχου λειτουργεί κυρίως ως υπενθύμιση του πόσο κρίσιμη είναι η θεσμική σταθερότητα για την προσέλκυση επενδύσεων. Η Ελλάδα έχει ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τη στρατηγική της σχέση με το Ισραήλ σε ενέργεια, άμυνα και τεχνολογία· κάθε παρατεταμένη θεσμική αβεβαιότητα στην Ιερουσαλήμ μπορεί να επιβραδύνει αποφάσεις για μακροπρόθεσμα έργα, ιδίως σε υποδομές και αγωγούς. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά οφείλει να αξιοποιήσει την εικόνα σχετικής θεσμικής ομαλότητας ως συγκριτικό πλεονέκτημα, δείχνοντας σε επενδυτές ότι η πολιτική λογοδοσία και η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι εμπόδιο αλλά προϋπόθεση για σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον.






