Ο πρόεδρος του Λιβάνου Γιόζεφ Αούν ξεκαθαρίζει ότι οι συνομιλίες με το Ισραήλ δεν ισοδυναμούν με υποχώρηση, θέτοντας στο επίκεντρο την πλήρη αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων. Η στάση αυτή αναδεικνύει το εύθραυστο ισοζύγιο μεταξύ εθνικής κυριαρχίας, εσωτερικών ισορροπιών και διεθνούς πίεσης.
Ο πρόεδρος του Λιβάνου Γιόζεφ Αούν δήλωσε ότι οι διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ δεν συνιστούν ούτε παραχώρηση ούτε παράδοση, αλλά επαναβεβαίωση του «αποκλειστικού δικαιώματος» της χώρας να προστατεύει την επικράτεια και την κυριαρχία της. Στο επίκεντρο της τοποθέτησης βρίσκεται ο στόχος της πλήρους αποχώρησης των ισραηλινών δυνάμεων, τον οποίο ο Λίβανος θέτει ως κεντρική προτεραιότητα της διαπραγματευτικής του γραμμής.
Ο Αούν υπογράμμισε ότι ο λιβανικός στρατός και οι νόμιμες δυνάμεις ασφαλείας αποτελούν τον μοναδικό εγγυητή της εθνικής ασφάλειας, επιχειρώντας να οριοθετήσει θεσμικά ποιος μιλά και ποιος νομιμοποιείται να ενεργεί στο όνομα του κράτους. Η ρητορική αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε ένα περιβάλλον όπου η ένοπλη οργάνωση Χεζμπολάχ παραμένει καθοριστικός, αλλά και αμφιλεγόμενος, παράγοντας ισχύος στο εσωτερικό.
Εσωτερικές ισορροπίες και η σκιά της Χεζμπολάχ
Η παρέμβαση του Αούν έρχεται σε συνέχεια δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος χαρακτήρισε τη Χεζμπολάχ ως το βασικό εμπόδιο στην ειρήνη μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου και καταδίκασε την «ανεύθυνη» –όπως τη χαρακτήρισε– έκκλησή της για ανατροπή της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης. Η αμερικανική στάση επιχειρεί να απομονώσει πολιτικά τη Χεζμπολάχ, συνδέοντας άμεσα την αποσταθεροποίηση στο Λίβανο με την ιρανική επιρροή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έμφαση του Αούν στον ρόλο του εθνικού στρατού λειτουργεί ως μήνυμα τόσο προς τη Χεζμπολάχ όσο και προς τους εξωτερικούς παράγοντες. Προς το εσωτερικό, επιχειρεί να ενισχύσει το αφήγημα του ενιαίου, κρατικού μονοπωλίου στη νόμιμη βία. Προς το εξωτερικό, στέλνει σήμα ότι η Βηρυτός επιδιώκει να εμφανιστεί ως θεσμικά συνεπής συνομιλητής, ικανός να διαπραγματευθεί χωρίς να υπονομεύεται από παραστρατιωτικούς δρώντες.
Ωστόσο, η πραγματικότητα στο έδαφος παραμένει σύνθετη. Η Χεζμπολάχ, με στρατιωτική ισχύ, κοινωνική βάση και πολιτική εκπροσώπηση, εξακολουθεί να διαδραματίζει ρόλο που υπερβαίνει τα τυπικά όρια ενός κόμματος. Αυτό σημαίνει ότι κάθε διαπραγματευτική διαδικασία με το Ισραήλ δεν είναι μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, αλλά και εσωτερικής ανακατανομής ισχύος μέσα στον ίδιο τον Λίβανο.
Διαπραγματεύσεις υπό τον φακό της περιφερειακής γεωπολιτικής
Η επιλογή του Λιβάνου να διακηρύξει πως ο στόχος είναι η πλήρης αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων εντάσσεται σε μια μακρά ιστορία συγκρούσεων, συμβιβασμών και μη υλοποιημένων ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Η Βηρυτός επιχειρεί να κατοχυρώσει νομικά και πολιτικά τη θέση της, εστιάζοντας στην αρχή της εδαφικής ακεραιότητας και στην ανάγκη να επεκτείνει την αποτελεσματική κυριαρχία της σε όλη την επικράτεια, με εργαλείο τον τακτικό στρατό.
Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλοι διεθνείς παράγοντες αντιμετωπίζουν τις διαπραγματεύσεις Ισραήλ–Λιβάνου ως τμήμα ενός ευρύτερου παζλ σταθεροποίησης της ανατολικής Μεσογείου. Η ασφάλεια των συνόρων, οι θαλάσσιες ζώνες, οι ενεργειακοί πόροι και η διασύνδεση με το ιρανικό ζήτημα καθιστούν κάθε κίνηση στη λιβανική σκηνή στοιχείο ενός μεγαλύτερου στρατηγικού σχεδιασμού.
Από θεσμική σκοπιά, η επιμονή του Αούν στην πρωτοκαθεδρία του στρατού μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια σταδιακής επανακρατικοποίησης της ασφάλειας, κάτι που προϋποθέτει πολιτική συναίνεση, οικονομικούς πόρους και διεθνή στήριξη. Χωρίς αυτά, ο κίνδυνος είναι το μήνυμα περί «μη παράδοσης» να μείνει στο επίπεδο της ρητορικής, ενώ η πραγματική ισορροπία ισχύος θα συνεχίσει να καθορίζεται από μη κρατικούς δρώντες.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για σταθερότητα και οικονομία
Για τον Λίβανο, κάθε κίνηση στο μέτωπο των διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ έχει άμεση αντανάκλαση στην προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης. Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με βαθιά χρηματοπιστωτική κρίση, κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και εκτεταμένη κοινωνική φτωχοποίηση. Σε αυτό το περιβάλλον, η ασφάλεια των συνόρων και η μείωση του κινδύνου κλιμάκωσης αποτελούν προϋπόθεση για την επιστροφή επενδυτικής εμπιστοσύνης.
Η σταθεροποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ, ακόμη και σε επίπεδο αποκλιμάκωσης και όχι πλήρους εξομάλυνσης, θα μπορούσε μεσοπρόθεσμα να μειώσει τα ασφάλιστρα κινδύνου για τη χώρα, να διευκολύνει τη χρηματοδότηση μέσω διεθνών οργανισμών και να επιτρέψει την αξιοποίηση πιθανών ενεργειακών πόρων στην ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, όσο η Χεζμπολάχ παραμένει στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, η πολιτική αβεβαιότητα θα συνεχίσει να λειτουργεί ως φρένο σε κάθε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Για την Ουάσιγκτον, η στοχοποίηση της Χεζμπολάχ ως κύριου εμποδίου στην ειρήνη εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική ανάσχεσης της ιρανικής επιρροής. Αυτό σημαίνει ότι η πορεία των διαπραγματεύσεων δεν θα κριθεί μόνο από τις διμερείς σχέσεις Ισραήλ–Λιβάνου, αλλά και από το πώς θα εξελιχθούν οι ισορροπίες Τεχεράνης–Ουάσιγκτον–Τελ Αβίβ. Η λιβανική ηγεσία κινείται έτσι σε ένα στενό θεσμικό και γεωπολιτικό πλαίσιο, όπου κάθε βήμα έχει πολλαπλές αναγνώσεις.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία και αγορά, οι εξελίξεις στον Λίβανο συνδέονται με δύο κρίσιμες διαστάσεις. Πρώτον, η σταθερότητα στην ανατολική Μεσόγειο επηρεάζει το συνολικό επενδυτικό προφίλ της περιοχής, άρα και το πώς αξιολογούνται τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία από διεθνείς επενδυτές σε σχέση με τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Δεύτερον, τυχόν αποκλιμάκωση στις σχέσεις Ισραήλ–Λιβάνου διευκολύνει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ενεργειακών υποδομών και διασυνδέσεων στην περιοχή, όπου η Ελλάδα επιδιώκει ρόλο κόμβου. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις με παρουσία στη Μέση Ανατολή, μια πιο προβλέψιμη ασφάλεια στην περιοχή θα μπορούσε να μειώσει λειτουργικούς κινδύνους και κόστη ασφάλισης, ενισχύοντας τη βιωσιμότητα επεκτατικών σχεδίων σε λιμενικές, ναυτιλιακές και ενεργειακές δραστηριότητες.






