Λαγκάρντ: Η κρίση στο Ιράν απειλεί να αναζωπυρώσει τον ευρωπαϊκό πληθωρισμό

Η πρόεδρος της ΕΚΤ προειδοποιεί ότι ακόμη και μια γρήγορη εκτόνωση στη Μέση Ανατολή θα αφήσει αποτύπωμα στην ευρωπαϊκή οικονομία. Το ερώτημα πλέον είναι πώς θα ισορροπήσει η νομισματική πολιτική απέναντι σε έναν νέο, γεωπολιτικά τροφοδοτούμενο πληθωρισμό.

Η Κριστίν Λαγκάρντ έστειλε σαφές μήνυμα ότι η κρίση γύρω από το Ιράν δεν είναι ένα επεισόδιο που η Ευρωζώνη μπορεί να αγνοήσει. Ακόμη και αν οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή αποκλιμακωθούν σχετικά γρήγορα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εκτιμά ότι οι επιδράσεις στις ευρωπαϊκές τιμές και στην πραγματική οικονομία θα είναι καθυστερημένες και επίμονες.

Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται ο κίνδυνος νέου κύματος ανατιμήσεων, κυρίως μέσω της ενέργειας και του κόστους μεταφορών, σε μια στιγμή που η Ευρωζώνη προσπαθεί να σταθεροποιήσει τον πληθωρισμό κοντά στον στόχο του 2%.

Πώς μεταφράζεται η κρίση στο Ιράν για την ευρωπαϊκή οικονομία

Η Μέση Ανατολή παραμένει κρίσιμος κόμβος για την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κάθε κλιμάκωση γύρω από το Ιράν αυξάνει τον κίνδυνο διαταραχών στις ροές ή έστω στα ασφάλιστρα κινδύνου, οδηγώντας σε ακριβότερες εισαγωγές ενέργειας για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα καύσιμα.

Ακόμη και χωρίς άμεσο «σοκ» προσφοράς, η απλή ανατιμολόγηση του γεωπολιτικού κινδύνου μπορεί να ανεβάσει το ενεργειακό κόστος για βιομηχανία, μεταφορές και νοικοκυριά. Οι επιχειρήσεις, ιδίως στους κλάδους με υψηλή ενεργειακή ένταση, μεταφέρουν μέρος αυτού του κόστους στις τελικές τιμές, δημιουργώντας δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις.

Η Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι στο τέλος της κρίσης τα επίπεδα τιμών στην Ευρωζώνη είναι πιθανό να βρεθούν υψηλότερα από ό,τι θα ήταν χωρίς την ένταση στη Μέση Ανατολή. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν ο ονομαστικός πληθωρισμός συνεχίσει να αποκλιμακώνεται, η «γραμμή βάσης» του γενικού επιπέδου τιμών θα έχει μετατοπιστεί προς τα πάνω.

Η ΕΚΤ ανάμεσα στον πληθωρισμό και την αδύναμη ανάπτυξη

Η πρόεδρος της ΕΚΤ επανέλαβε ότι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών παραμένει αδιαπραγμάτευτος στόχος. Ωστόσο, η νέα γεωπολιτική αβεβαιότητα περιπλέκει τον σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής, καθώς η Ευρωζώνη ήδη κινείται σε περιβάλλον ασθενούς ανάπτυξης και εύθραυστης βιομηχανικής παραγωγής.

Η ΕΚΤ δηλώνει ότι θα παραμείνει ιδιαίτερα προσεκτική σε δείκτες που αποτυπώνουν τις λεγόμενες δευτερογενείς επιδράσεις, δηλαδή τη μετάδοση των αρχικών αυξήσεων τιμών σε μισθούς και ευρύτερο κόστος παραγωγής. Παράλληλα, δίνει ιδιαίτερο βάρος στην «αγκύρωση» των πληθωριστικών προσδοκιών, δηλαδή στο κατά πόσο νοικοκυριά και επιχειρήσεις πιστεύουν ότι ο πληθωρισμός θα επιστρέψει κοντά στο 2% μεσοπρόθεσμα.

Αν οι προσδοκίες αυτές παραμείνουν σταθερές, η ΕΚΤ έχει μεγαλύτερο περιθώριο να προσαρμόσει σταδιακά τα επιτόκια, ακόμη και σε ένα περιβάλλον εξωγενών πληθωριστικών πιέσεων από την ενέργεια. Αν όμως αρχίσουν να ξεφεύγουν προς τα πάνω, θα ενισχυθεί η πίεση για πιο αυστηρή στάση, με κόστος για την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Το ιστορικό υπόβαθρο: από τα ενεργειακά σοκ στον γεωπολιτικό πληθωρισμό

Τα τελευταία χρόνια η Ευρωζώνη έχει περάσει από μια σειρά ενεργειακών και γεωπολιτικών σοκ, από την πανδημία και τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα έως τον πόλεμο στην Ουκρανία και την απότομη αποσύνδεση από το ρωσικό φυσικό αέριο. Κάθε επεισόδιο άφησε ένα μόνιμο αποτύπωμα στο κόστος παραγωγής και στο επίπεδο τιμών.

Η κρίση γύρω από το Ιράν έρχεται να προστεθεί σε αυτό το υπόβαθρο, σε μια Ευρώπη που βρίσκεται στη μέση της πράσινης μετάβασης και της αναδιάρθρωσης των ενεργειακών της πηγών. Η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι ενισχύουν την πιθανότητα επαναλαμβανόμενων «σοκ κόστους», τα οποία η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να αποτρέψει, αλλά μόνο να διαχειριστεί ως προς τις δευτερογενείς επιδράσεις.

Η Λαγκάρντ, αναφερόμενη στις «καθυστερημένες» επιδράσεις της κρίσης, ουσιαστικά περιγράφει έναν μηχανισμό όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις μεταφράζονται σε σταδιακή αναπροσαρμογή τιμών και μισθών, με υστέρηση σε σχέση με το αρχικό γεγονός. Αυτό σημαίνει ότι οι επιπτώσεις μπορεί να κορυφωθούν όταν η κρίση έχει ήδη αποκλιμακωθεί σε πολιτικό επίπεδο.

Τι σημαίνει για επενδυτές, επιχειρήσεις και κράτη-μέλη

Για τους επενδυτές, η προειδοποίηση της Λαγκάρντ λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι το σενάριο «ήπιας» αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού δεν είναι δεδομένο. Τα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης ενδέχεται να παραμείνουν ευαίσθητα σε κάθε ένδειξη ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες αποσταθεροποιούνται, ενώ οι μετοχές κλάδων με υψηλό ενεργειακό κόστος παραγωγής αντιμετωπίζουν αυξημένη αβεβαιότητα ως προς τα περιθώρια κέρδους.

Για τις επιχειρήσεις, το μήνυμα είναι ότι η περίοδος μεταβλητότητας στο ενεργειακό κόστος δεν έχει λήξει. Η ανάγκη για στρατηγική διαχείριση κινδύνων, διαφοροποίηση πηγών ενέργειας και επενδύσεις σε αποδοτικότερες τεχνολογίες παραμένει κεντρική. Παράλληλα, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις για μισθούς θα πραγματοποιηθούν σε περιβάλλον όπου οι κοινωνίες έχουν ακόμη νωπή την εμπειρία της ακρίβειας.

Για τα κράτη-μέλη, ο συνδυασμός γεωπολιτικού κινδύνου, υψηλού χρέους και περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου καθιστά δυσκολότερη την άσκηση αντικυκλικής πολιτικής. Με τη νομισματική πολιτική να παραμένει σε φάση προσαρμογής, οι κυβερνήσεις καλούνται να στοχεύσουν τα μέτρα στήριξης, ώστε να προστατεύουν τους πιο ευάλωτους χωρίς να τροφοδοτούν περαιτέρω τον πληθωρισμό.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, η προειδοποίηση της Λαγκάρντ έχει άμεση σημασία. Η Ελλάδα, ως μικρή ανοικτή οικονομία με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και ισχυρή εξωστρέφεια μέσω ναυτιλίας και τουρισμού, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε νέες αυξήσεις του ενεργειακού κόστους και των ναυτιλιακών ασφαλίστρων. Αυτό μπορεί να πιέσει ξανά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων, ακόμη και αν ο γενικός πληθωρισμός στην Ευρωζώνη συνεχίσει να αποκλιμακώνεται. Για τις ελληνικές τράπεζες και την αγορά ομολόγων, η προοπτική επίμονων πληθωριστικών πιέσεων σημαίνει ότι το περιβάλλον επιτοκίων ενδέχεται να παραμείνει πιο «σφιχτό» για μεγαλύτερο διάστημα, επηρεάζοντας το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου και των επιχειρήσεων. Η ελληνική στρατηγική θα πρέπει να εστιάσει σε επιτάχυνση επενδύσεων σε ΑΠΕ, ενεργειακή αποδοτικότητα και υποδομές, ώστε να μειωθεί σταδιακά η έκθεση σε εξωγενή ενεργειακά σοκ και να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

#ΕΚΤ #Λαγκάρντ #Ιράν #Ευρωζώνη #Πληθωρισμός

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.