Η δημόσια υπεράσπιση των ουκρανικών πληγμάτων στη Μόσχα από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι κλιμακώνει όχι μόνο το μέτωπο, αλλά και το νομικό και διπλωματικό παιχνίδι γύρω από τον πόλεμο. Η ρητορική περί «μακράς εμβέλειας κυρώσεων» δείχνει ότι το Κίεβο δοκιμάζει τα όρια της δυτικής ανοχής σε επιθέσεις βαθιά εντός ρωσικού εδάφους.
Η δημόσια τοποθέτηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι τα ουκρανικά πλήγματα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στη Μόσχα είναι «απολύτως δικαιολογημένα» σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο στον πόλεμο φθοράς με τη Ρωσία. Η ουκρανική ηγεσία δεν περιορίζεται πλέον στο να αποδίδει τις επιθέσεις σε «ανταπόδοση», αλλά τις εντάσσει ρητά σε μια στρατηγική πίεσης με στόχο το εσωτερικό της Ρωσίας.
Τι αλλάζει με τα πλήγματα στα περίχωρα της Μόσχας
Σύμφωνα με τη ρωσική πλευρά, οι επιθέσεις σε Μόσχα και Μπέλγκοροντ στοίχισαν τη ζωή σε τέσσερις ανθρώπους και τραυμάτισαν τουλάχιστον δώδεκα, ενώ οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις υποστηρίζουν ότι κατέρριψαν εκατοντάδες μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Ανεξάρτητα από την ακρίβεια των αριθμών, το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: η Ουκρανία επιδιώκει να καταδείξει ότι η καρδιά του ρωσικού κράτους δεν είναι άτρωτη.
Η αναφορά του Ζελένσκι ότι «η απόσταση από τα ουκρανικά σύνορα είναι πάνω από 500 χιλιόμετρα» και ότι η ουκρανική πλευρά «υπερνικά» την πυκνή ρωσική αντιαεροπορική άμυνα γύρω από τη Μόσχα, αποσκοπεί στο να προβάλει τεχνολογική και επιχειρησιακή ικανότητα. Παράλληλα, επιχειρεί να μεταφέρει την αίσθηση του πολέμου στην καθημερινότητα των Ρώσων πολιτών, υπό την λογική ότι η συνέχιση της εισβολής έχει άμεσο κόστος στο ίδιο το ρωσικό έδαφος.
Η γκρίζα ζώνη του διεθνούς δικαίου και ο ρόλος των συμμάχων
Τα πλήγματα βαθιά εντός της Ρωσίας τοποθετούνται σε μια νομική γκρίζα ζώνη. Από τη μια, το Κίεβο επικαλείται το δικαίωμα αυτοάμυνας έναντι μιας συνεχιζόμενης εισβολής. Από την άλλη, η στοχοποίηση περιοχών όπου συνυπάρχουν στρατιωτικές και πολιτικές υποδομές εγείρει ερωτήματα για την αρχή της αναλογικότητας και της διάκρισης μεταξύ στρατιωτικών και μη στρατιωτικών στόχων.
Για τις δυτικές κυβερνήσεις, το διακύβευμα είναι διπλό. Πρώτον, επιδιώκουν να στηρίξουν την Ουκρανία χωρίς να θεωρηθούν άμεσα συμμέτοχοι σε επιθέσεις εντός Ρωσίας, που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν από τη Μόσχα ως κλιμάκωση. Δεύτερον, ανησυχούν ότι μια συστηματική μεταφορά του πολέμου στα μετόπισθεν της Ρωσίας μπορεί να υπονομεύσει τις ήδη εύθραυστες γέφυρες για μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Αυτή η ισορροπία αντανακλάται και στην προσεκτική γλώσσα πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, που υποστηρίζουν το δικαίωμα της Ουκρανίας στην αυτοάμυνα, αλλά αποφεύγουν να επιδοκιμάσουν ευθέως επιθέσεις σε βάθος εκατοντάδων χιλιομέτρων. Κάθε τέτοιο πλήγμα αυξάνει την πίεση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να ξεκαθαρίσουν μέχρι πού φτάνει η πολιτική τους κάλυψη.
Κλιμάκωση, αποτροπή ή διαπραγματευτικός μοχλός;
Η ουκρανική ρητορική περί «μακράς εμβέλειας κυρώσεων» δεν είναι απλώς λεκτικό σχήμα. Στόχος είναι να παρουσιαστούν τα πλήγματα ως παράταση της οικονομικής και διπλωματικής πίεσης που ήδη ασκείται στη Ρωσία, αυτή τη φορά με στρατιωτικά μέσα. Η Μόσχα, αντιστρόφως, τα αξιοποιεί για να ενισχύσει το αφήγημα περί «υπαρξιακής απειλής» από τη Δύση.
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η μεταφορά του πολέμου στην περιοχή της Μόσχας ενισχύει τον κίνδυνο ενός σπιράλ κλιμάκωσης, όπου κάθε πλευρά αισθάνεται υποχρεωμένη να απαντά με πιο έντονα μέσα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει είτε σε μια άτυπη «συμφωνία ορίων» (π.χ. αποφυγή συγκεκριμένων στόχων) είτε, αντίθετα, σε πλήρη αποσύνθεση των άτυπων κανόνων που μέχρι σήμερα περιόριζαν τις πιο ακραίες επιλογές.
Παράλληλα, τα πλήγματα σε ρωσικό έδαφος ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν από το Κίεβο ως διαπραγματευτικό χαρτί σε μελλοντικές συνομιλίες: όσο η Ρωσία διατηρεί την κατοχή ουκρανικών εδαφών, τόσο η ίδια θα βιώνει την ανασφάλεια στο εσωτερικό της. Όμως, αυτή η λογική προϋποθέτει ότι η Μόσχα θα αντιδράσει με πολιτικό υπολογισμό και όχι με ασύμμετρη στρατιωτική απάντηση.
Ενεργειακές και αγορές: ο πόλεμος κοντά στα νεύρα της ευρωπαϊκής οικονομίας
Κάθε ένδειξη κλιμάκωσης κοντά στο κέντρο βάρους της ρωσικής κρατικής μηχανής παρακολουθείται στενά από τις αγορές ενέργειας και πρώτων υλών. Η εικόνα μιας Μόσχας που βρίσκεται υπό επαναλαμβανόμενες απειλές από μη επανδρωμένα αεροσκάφη τροφοδοτεί ανησυχίες για την ασφάλεια κρίσιμων υποδομών, από ενεργειακούς τερματικούς σταθμούς μέχρι σιδηροδρομικά δίκτυα.
Για την Ευρώπη, η οποία έχει ήδη αποσυνδεθεί σε μεγάλο βαθμό από το ρωσικό φυσικό αέριο αλλά παραμένει εκτεθειμένη σε κινήσεις στις αγορές πετρελαίου και σιτηρών, τέτοιες εξελίξεις λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι ο πόλεμος δεν είναι περιφερειακός. Η παραμικρή ένδειξη ότι οι ρωσικές εξαγωγές ενδέχεται να διαταραχθούν οδηγεί σε νευρικότητα στις τιμές και πιέζει κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες που προσπαθούν να σταθεροποιήσουν τον πληθωρισμό.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η κλιμάκωση με πλήγματα βαθιά εντός Ρωσίας σημαίνει ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος παραμένει ενσωματωμένος στις τιμές ενέργειας και ναύλων. Η ελληνική ναυτιλία ωφελείται βραχυπρόθεσμα από αυξημένη μεταβλητότητα και ανακατεύθυνση ροών, αλλά η βιομηχανία και τα νοικοκυριά παραμένουν εκτεθειμένα σε ανατιμήσεις καυσίμων και τροφίμων. Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η Αθήνα καλείται να επιταχύνει την ενεργειακή διαφοροποίηση και τις επενδύσεις σε υποδομές (ΑΠΕ, αποθήκευση, διασυνδέσεις), διότι ο πόλεμος δείχνει ότι η ασφάλεια εφοδιασμού δεν είναι πια τεχνικό ζήτημα, αλλά διαρκής γεωπολιτικός παράγοντας κόστους.






