Η Μόσχα ανεβάζει τους τόνους για την ασφάλεια στην Ασία, συνδέοντας την επέκταση του ΝΑΤΟ με τον κίνδυνο ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή. Οι δηλώσεις Λαβρόφ φωτίζουν τη μετατόπιση του γεωπολιτικού κέντρου βάρους και τις νέες γραμμές αντιπαράθεσης.
Η κριτική της Ρωσίας προς το ΝΑΤΟ μεταφέρεται πλέον με σαφήνεια από το ουκρανικό μέτωπο στο ασιατικό θέατρο. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ κατηγόρησε τη Συμμαχία, και ειδικά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι αναπτύσσουν με ταχύ ρυθμό στρατιωτική υποδομή στη νοτιοανατολική και βορειοανατολική Ασία, υποστηρίζοντας πως στόχος είναι η αποδόμηση της υφιστάμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού.
Τι καταγγέλλει η Μόσχα για την ασφάλεια στην Ασία
Σύμφωνα με τη ρωσική ανάγνωση, η ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ γύρω από κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους και περιοχές όπως η Νοτιοανατολική Ασία και η Βορειοανατολική Ασία συνιστά ποιοτική αναβάθμιση της αποτρεπτικής και επιθετικής ικανότητας της Δύσης. Η Μόσχα παρουσιάζει αυτή την κίνηση ως προσπάθεια «αποσταθεροποίησης» ενός πλαισίου ασφαλείας που μέχρι σήμερα βασιζόταν σε περιφερειακούς θεσμούς, με κεντρικό ρόλο στην Ένωση Χωρών Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN).
Η ρωσική διπλωματία επιδιώκει να εμφανίσει το ΝΑΤΟ ως παράγοντα εξαγωγής εντάσεων από τον ευρωατλαντικό χώρο προς τον Ινδο-Ειρηνικό. Στο αφήγημα αυτό, η επέκταση της Συμμαχίας στην Ασία δεν είναι απλώς στρατιωτική προσαρμογή σε μια εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, αλλά συνιστά απειλή για την «περιφερειακή ιδιοκτησία» των μηχανισμών ασφαλείας, όπου Ρωσία και Κίνα διεκδικούν αυξημένη επιρροή.
Η σύνδεση με το Ιράν και η σκιά μιας νέας σύγκρουσης
Παράλληλα με τις αιχμές για την Ασία, ο Λαβρόφ προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη επανέναρξη πολεμικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ κατά του Ιράν θα είχε «σύνθετες αρνητικές συνέπειες» για τη Μέση Ανατολή και την παγκόσμια σταθερότητα. Η τοποθέτηση αυτή εντάσσεται σε μια διαχρονική ρωσική θέση: η στρατιωτική κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο θεωρείται πολλαπλασιαστής κινδύνου για τις αγορές ενέργειας, την ασφάλεια ναυσιπλοΐας και τον θρησκευτικό/πολιτικό κατακερματισμό της περιοχής.
Ο Ρώσος υπουργός κάλεσε τα κράτη του Κόλπου σε «άμεσο, εποικοδομητικό διάλογο» με την Τεχεράνη και απηύθυνε έκκληση σε σουνίτες και σιίτες παγκοσμίως να επιλέξουν τη διπλωματία αντί της σύγκρουσης. Πέρα από τη ρητορική, η Μόσχα επιχειρεί να αναδειχθεί ως δύναμη-διαμεσολαβητής σε μια περιοχή όπου διασταυρώνονται ενεργειακά, θρησκευτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα, αμφισβητώντας τη μονοπωλιακή επιρροή της Ουάσιγκτον.
Αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφαλείας
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, οι αναφορές Λαβρόφ φωτίζουν μια ευρύτερη αναδιάταξη της παγκόσμιας ασφάλειας. Η μετάβαση από μια δομή επικεντρωμένη στην Ευρώπη σε ένα τριπλό γεωπολιτικό επίκεντρο –Ευρώπη, Ινδο-Ειρηνικός, Μέση Ανατολή– δημιουργεί νέα σημεία τριβής αλλά και νέες εξαρτήσεις. Η ασφάλεια θαλάσσιων οδών, η πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους και η τεχνολογική υπεροχή (από τα δίκτυα 5G μέχρι τις αμυντικές τεχνολογίες) συνδέονται πλέον με στρατιωτικές τοποθετήσεις σε ευαίσθητες περιοχές.
Για τη Ρωσία, η ανάδειξη του ΝΑΤΟ ως παράγοντα αποσταθεροποίησης στην Ασία λειτουργεί σε δύο επίπεδα: αφενός επιχειρεί να διαβρώσει την αποδοχή της Συμμαχίας σε τρίτες χώρες της περιοχής, αφετέρου επιδιώκει να εδραιώσει έναν άξονα συνεννόησης με δυνάμεις όπως η Κίνα και το Ιράν, που επίσης βλέπουν με καχυποψία την ενίσχυση της δυτικής στρατιωτικής παρουσίας.
Ενεργειακή ασφάλεια, ναυτιλία και επιπτώσεις στην Ελλάδα
Η ρητορική περί πιθανής επανέναρξης πολέμου κατά του Ιράν και η παράλληλη ένταση στην Ασία έχουν άμεση διάσταση ενεργειακής ασφάλειας. Οποιαδήποτε κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο ή στον Ινδο-Ειρηνικό θα μπορούσε να επηρεάσει τις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου, να αυξήσει τα ασφάλιστρα κινδύνου και να επιβαρύνει το κόστος μεταφοράς. Αυτό μεταφράζεται σε πιέσεις στις τιμές ενέργειας, με αναπόφευκτη αντανάκλαση στον πληθωρισμό και στο κόστος παραγωγής διεθνώς.
Για τη διεθνή ναυτιλία, και ιδιαίτερα για τον ελληνόκτητο στόλο που κατέχει υψηλό μερίδιο στη μεταφορά υδρογονανθράκων, η αβεβαιότητα σε κρίσιμα θαλάσσια περάσματα (Στενά του Ορμούζ, Ερυθρά Θάλασσα, θαλάσσιες οδοί προς την Ασία) συνιστά παράγοντα αυξημένου λειτουργικού και γεωπολιτικού κινδύνου. Η διαχείριση του ρίσκου μέσω ασφαλίσεων, διαφοροποίησης δρομολογίων και ναυλοσυμφώνων αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις πολλαπλασιάζονται.
Πού τοποθετείται η Ευρώπη σε αυτή τη νέα εξίσωση
Η ευρωπαϊκή ήπειρος βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό δίλημμα. Από τη μία, συμμετέχει μέσω του ΝΑΤΟ στη στρατιωτική προσαρμογή στον Ινδο-Ειρηνικό, επιχειρώντας να προστατεύσει εμπορικές οδούς και τεχνολογικά συμφέροντα. Από την άλλη, παραμένει εξαρτημένη από την ομαλή ροή ενέργειας από τη Μέση Ανατολή και από τη σταθερότητα των αγορών. Κάθε ένταση που αυξάνει το κόστος ενέργειας ή διαταράσσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες πλήττει άμεσα την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Η συζήτηση για την «στρατηγική αυτονομία» της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκτά νέο βάθος, καθώς η ήπειρος καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της ατλαντικής δέσμευσης και της ανάγκης για περιορισμό των εξωτερικών σοκ σε ενέργεια, εμπόριο και ασφάλεια. Οι τοποθετήσεις της Μόσχας λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι κάθε επιπλέον μέτωπο έντασης καθιστά δυσκολότερη αυτή την ισορροπία.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, οι δηλώσεις Λαβρόφ δεν είναι απλή διπλωματική ρητορική, αλλά ένδειξη ενός περιβάλλοντος αυξημένου γεωπολιτικού ρίσκου που επηρεάζει άμεσα τρεις κρίσιμους πυλώνες: ενέργεια, ναυτιλία και τουρισμό. Πιθανή άνοδος της γεωπολιτικής αστάθειας στην Ασία και στη Μέση Ανατολή μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές ενέργειας, πιέζοντας το κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, την ώρα που η Ελλάδα επιδιώκει σταθερή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Παράλληλα, ο ελληνόκτητος στόλος, με ισχυρή παρουσία στη μεταφορά πετρελαίου και LNG, βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων, με ευκαιρίες σε επίπεδο ναύλων αλλά και αυξημένη έκθεση σε κινδύνους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της ενεργειακής διαφοροποίησης, η προσεκτική παρακολούθηση των ασφαλίστρων κινδύνου στη ναυτιλία και η δημοσιονομική πειθαρχία απέναντι σε πιθανές νέες πληθωριστικές πιέσεις αποτελούν κεντρικές προκλήσεις για την ελληνική οικονομική πολιτική.






