Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δηλώνει έτοιμος να συναντήσει τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, αλλά μόνο μετά από μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία. Το μήνυμα Φίτσο, η απαίτηση για τρίτη χώρα και το πολιτικό σήμα προς Δύση και Κίεβο.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν άφησε για πρώτη φορά εδώ και πολλούς μήνες ανοιχτό το ενδεχόμενο συνάντησης με τον Ουκρανό ομόλογό του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, θέτοντας όμως ως προϋπόθεση την επίτευξη «μόνιμης ειρήνης» μεταξύ των δύο χωρών. Η τοποθέτηση, αν και διατυπωμένη προσεκτικά, σηματοδοτεί μια μετατόπιση από τη ρητορική της πλήρους στρατιωτικής λύσης προς μια διαπραγματευτική φόρμουλα με αυστηρούς ρωσικούς όρους.
Τι είπε ο Πούτιν και γιατί επιμένει σε «μόνιμη ειρήνη»
Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου μετά τις εκδηλώσεις για την Ημέρα της Νίκης, ο Πούτιν ανέφερε ότι θα μπορούσε να συναντήσει τον Ζελένσκι μόνον όταν υπάρξει «μόνιμη ειρήνη» και ότι μια τέτοια σύνοδος θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε τρίτη χώρα. Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η σύγκρουση στην Ουκρανία «πλησιάζει στο τέλος της».
Η αναφορά σε «μόνιμη ειρήνη» δεν είναι τυπική διατύπωση. Στη ρωσική ορολογία παραπέμπει σε συμφωνία που παγιώνει τα εδαφικά και πολιτικά τετελεσμένα, συμπεριλαμβανομένης της ντε φάκτο προσάρτησης ουκρανικών εδαφών. Ουσιαστικά, ο Πούτιν συνδέει οποιαδήποτε πολιτική συνάντηση κορυφής με την αποδοχή από το Κίεβο και –εμμέσως– από τη Δύση μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ανατολική Ευρώπη, με τη Ρωσία σε ρόλο καθοριστικού ρυθμιστή.
Ο ρόλος Φίτσο και το μήνυμα μέσω Σλοβακίας
Το νέο στοιχείο προέκυψε από την παρέμβαση του Σλοβάκου πρωθυπουργού Ρόμπερτ Φίτσο, ο οποίος δήλωσε ότι μετέφερε στον Πούτιν μήνυμα του Ζελένσκι, σύμφωνα με το οποίο ο Ουκρανός πρόεδρος εμφανίζεται διατεθειμένος να συναντηθεί με τον Ρώσο ηγέτη. Κατά τον Φίτσο, η απάντηση Πούτιν ήταν ότι, αν ο Ζελένσκι επιθυμεί συνάντηση, «πρώτα πρέπει να του τηλεφωνήσει».
Η εμπλοκή της Μπρατισλάβα δεν είναι τυχαία. Η Σλοβακία, κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ με κυβέρνηση που τηρεί πιο επιφυλακτική στάση έναντι των κυρώσεων και της στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία, επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως διαύλου επικοινωνίας με τη Μόσχα. Αυτό επιτρέπει στον Πούτιν να εκπέμπει μήνυμα «διαλλακτικότητας» προς την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, χωρίς να αναλαμβάνει ουσιαστική δέσμευση για αλλαγή της στρατηγικής του επί του πεδίου.
Γιατί η Μόσχα ζητά τρίτη χώρα και τι σημαίνει αυτό
Η απαίτηση η συνάντηση να διεξαχθεί σε τρίτη χώρα εντάσσεται στη ρωσική προσπάθεια να δοθεί εικόνα ισότιμων συνομιλητών και όχι ηττημένου που προσέρχεται σε διαπραγμάτευση υπό πίεση. Μια ουδέτερη ή «ημιουδέτερη» τοποθεσία θα επέτρεπε στο Κρεμλίνο να αξιοποιήσει επικοινωνιακά τη σύνοδο ως διεθνές γεγονός υψηλού κύρους, με ευρύτερη συμμετοχή κρατών που δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως με τις δυτικές κυρώσεις.
Σε επίπεδο θεσμικής αρχιτεκτονικής, μια τέτοια συνάντηση σε τρίτο έδαφος προϊδεάζει για ενδεχόμενη εμπλοκή μεσολαβητών – είτε από τον λεγόμενο «παγκόσμιο Νότο» είτε από ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν ρόλο γέφυρας. Όμως, χωρίς σαφή συμφωνία για το τι συνιστά «μόνιμη ειρήνη», ο κίνδυνος είναι να δημιουργηθεί ένα διπλωματικό σκηνικό χωρίς ουσιαστική πρόοδο, αλλά με σημαντικό επικοινωνιακό όφελος για τη Μόσχα.
Το αφήγημα περί «τέλους της σύγκρουσης» και οι πραγματικοί συσχετισμοί
Η δήλωση Πούτιν ότι η σύγκρουση «πλησιάζει στο τέλος της» έρχεται σε αντίθεση με τις εξελίξεις στο μέτωπο και τη συνεχιζόμενη ροή δυτικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία. Περισσότερο φαίνεται να υπηρετεί την ανάγκη του Κρεμλίνου να παρουσιάσει στο εσωτερικό ακροατήριο μια προοπτική σταθεροποίησης, μετά από χρόνια οικονομικής και κοινωνικής πίεσης λόγω των κυρώσεων και της μακράς πολεμικής κινητοποίησης.
Στο εξωτερικό επίπεδο, το αφήγημα περί «τέλους» στοχεύει να ενισχύσει τις φωνές στην Ευρώπη που ζητούν επαναξιολόγηση του κόστους της σύγκρουσης, τόσο σε δημοσιονομικό όσο και σε ενεργειακό επίπεδο. Αν η Μόσχα καταφέρει να μεταφέρει τη συζήτηση από το «πώς στηρίζουμε το Κίεβο» στο «πώς κλείνουμε τον πόλεμο», τότε αποκτά διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, ακόμη και αν η πραγματική ισορροπία δυνάμεων παραμένει ρευστή.
Οι δυτικές πρωτεύουσες ανάμεσα στην κόπωση και τον φόβο παγίωσης τετελεσμένων
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, το δίλημμα είναι σαφές: κάθε σήμα ανοίγματος από τη Μόσχα μπορεί να μειώνει τις πολιτικές αντιστάσεις στην εσωτερική κοινή γνώμη, αλλά ταυτόχρονα ελλοχεύει ο κίνδυνος να παγιωθεί μια «ειρήνη» που νομιμοποιεί την αλλαγή συνόρων με στρατιωτική βία. Η αποδοχή συνάντησης Πούτιν–Ζελένσκι υπό ρωσικούς όρους θα αποτελούσε προηγούμενο για το πώς αντιμετωπίζονται ανάλογες συγκρούσεις σε άλλες περιοχές.
Έτσι, η Δύση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη να δείξει ότι δεν απορρίπτει τον διάλογο και στην υποχρέωση να διαφυλάξει τη συνοχή της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες. Η διαχείριση αυτού του διλήμματος θα καθορίσει όχι μόνο την πορεία του ουκρανικού πολέμου, αλλά και το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει ενιαία στρατηγική αυτονομία έναντι τόσο της Ρωσίας όσο και των εσωτερικών της πιέσεων.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια
Αν η συνάντηση Πούτιν–Ζελένσκι πραγματοποιηθεί μετά από μια συμφωνία που ενσωματώνει ρωσικά αιτήματα, η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας θα εισέλθει σε νέα φάση. Θα πρόκειται για σιωπηρή αναγνώριση ότι η ισχύς επί του πεδίου μπορεί να αναδιαμορφώνει σύνορα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για χώρες με εκκρεμείς συνοριακές διαφορές. Αντίθετα, αν οι όροι είναι πιο κοντά στις ουκρανικές και δυτικές θέσεις, η Ρωσία θα βρεθεί αντιμέτωπη με το δίλημμα μιας μακράς, δαπανηρής αντιπαράθεσης ή μιας συμφωνίας που περιορίζει τις αρχικές της επιδιώξεις.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για τη «μετά τον πόλεμο» εποχή δεν αφορά μόνο τα σύνορα, αλλά και τους θεσμούς: τον ρόλο του ΝΑΤΟ, την ενεργειακή εξάρτηση, την ανθεκτικότητα των οικονομιών σε κυρώσεις και αντεκδικήσεις, καθώς και τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λειτουργεί ως γεωπολιτικός παράγοντας και όχι μόνο ως οικονομικός χώρος.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε αξιόπιστο βήμα προς αποκλιμάκωση στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας μεταφράζεται σε μειωμένη γεωπολιτική αστάθεια, μεσοπρόθεσμη στήριξη στην ενεργειακή ομαλότητα και χαμηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου για την περιοχή. Ωστόσο, μια «ειρήνη» που παγιώνει τετελεσμένα μπορεί να διατηρήσει τις αβεβαιότητες στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, άρα και την ανάγκη για υψηλές αμυντικές δαπάνες και προσεκτική δημοσιονομική πολιτική, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο της Ελλάδας για επενδύσεις και κοινωνική πολιτική, ακόμη και αν οι αγορές αρχικά αντιδράσουν θετικά σε ένα σήμα λήξης των εχθροπραξιών.






