Η Μόσχα στέλνει σαφές μήνυμα στο Καράκας να μείνει εκτός των δυτικών σχεδίων οπλικής στήριξης της Ουκρανίας, συνδέοντας ευθέως τη γεωπολιτική πίεση με την προσπάθεια επαναπροσέγγισης Βενεζουέλας–ΗΠΑ.
Η δημόσια παρέμβαση του γραμματέα του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Σεργκέι Σοϊγκού, προς τη Βενεζουέλα έρχεται να φωτίσει μια λιγότερο ορατή, αλλά κρίσιμη πλευρά του πολέμου στην Ουκρανία: τη μάχη για τα παγκόσμια δίκτυα οπλισμού. Η Μόσχα δηλώνει ότι «ελπίζει» πως το Καράκας δεν θα εξαναγκαστεί να προμηθεύσει όπλα στο Κίεβο, κατηγορώντας εμμέσως τις δυτικές χώρες πως επιχειρούν να εμπλέξουν λατινοαμερικανικά κράτη σε σχήματα ενίσχυσης της Ουκρανίας.
Τι είπε η Μόσχα και γιατί στοχεύει τη Λατινική Αμερική
Ο Σοϊγκού, σε συνάντηση με τον γενικό γραμματέα του Εθνικού Συμβουλίου Άμυνας της Βενεζουέλας, Χοσέ Αντελίνο Ορνέλας Φερέιρα, μίλησε για «δυτικούς απεσταλμένους» που προσπαθούν να εμπλέξουν χώρες της Λατινικής Αμερικής σε «σχήματα προμήθειας όπλων προς όφελος του καθεστώτος του Κιέβου». Ζήτησε από το Καράκας να απορρίπτει τέτοιες προσεγγίσεις και να ενημερώνει τη Ρωσία για τυχόν σχετικές κινήσεις.
Η αναφορά αυτή δεν γίνεται σε κενό. Η Λατινική Αμερική διαθέτει σημαντικά αποθέματα ρωσικής και σοβιετικής προέλευσης οπλικών συστημάτων, τα οποία η Δύση επιχειρεί να ανακυκλώσει προς την Ουκρανία, προσφέροντας σε αντάλλαγμα σύγχρονο δυτικό εξοπλισμό. Η Μόσχα επιδιώκει να μπλοκάρει αυτό το κανάλι, καθώς κάθε επιπλέον ροή συμβατών με τα ουκρανικά συστήματα όπλων παρατείνει την επιχειρησιακή αντοχή του Κιέβου.
Η Βενεζουέλα ανάμεσα σε Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες
Πέρα από την αυστηρή προειδοποίηση για τα όπλα, ο Σοϊγκού έστειλε και ένα πολιτικό μήνυμα για τις σχέσεις Βενεζουέλας–ΗΠΑ. Εξέφρασε την προσδοκία η Βενεζουέλα να «διαφυλάξει την κυριαρχία και τα εθνικά της συμφέροντα» στην προσπάθεια επαναπροσέγγισης με την Ουάσινγκτον, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα πρέπει να έχει «το δικαίωμα να καθορίζει η ίδια τη μοίρα της».
Η τοποθέτηση αυτή αντικατοπτρίζει την ανησυχία της Μόσχας ότι η σταδιακή άρση κυρώσεων στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας και η επιστροφή δυτικών εταιρειών στην παραγωγή υδρογονανθράκων μπορούν να μετατρέψουν το Καράκας από σταθερό σύμμαχο της Ρωσίας σε πιο ισορροπημένο – ή ακόμη και δυτικόστροφο – παίκτη. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η πίεση της Δύσης για μεταφορά παλαιού ρωσικού οπλισμού προς την Ουκρανία θα βρει περισσότερο πρόσφορο έδαφος.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ως παγκόσμια μάχη εφοδιαστικών αλυσίδων
Η ρωσική παρέμβαση προς τη Βενεζουέλα αναδεικνύει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν διεξάγεται μόνο στα μέτωπα του Ντονμπάς, αλλά και στις παγκόσμιες αλυσίδες προμήθειας όπλων. Καθώς οι αποθήκες πυρομαχικών και συστημάτων στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική πιέζονται, οι δυτικές κυβερνήσεις στρέφονται σε τρίτες χώρες που διαθέτουν σοβιετικής ή ρωσικής προέλευσης εξοπλισμό, ώστε να τον διοχετεύσουν προς το Κίεβο.
Για τη Ρωσία, η Λατινική Αμερική αποτελεί κρίσιμο γεωπολιτικό ανάχωμα στην αμερικανική επιρροή, αλλά και σημαντική αγορά για τη ρωσική αμυντική βιομηχανία. Τυχόν συμμετοχή χωρών όπως η Βενεζουέλα σε σχήματα έμμεσης ενίσχυσης της Ουκρανίας θα είχε διπλή επίπτωση: θα ενίσχυε τον αντίπαλο στο πεδίο και θα υπονόμευε την εικόνα της Μόσχας ως αξιόπιστου στρατηγικού εταίρου στην περιοχή.
Μακροπρόθεσμες θεσμικές και ενεργειακές προεκτάσεις
Η υπόθεση έχει και θεσμική διάσταση. Η εργαλειοποίηση των εξαγωγών όπλων από μεγάλες δυνάμεις, είτε για την παράκαμψη περιορισμών είτε για την ενίσχυση συμμάχων μέσω τρίτων χωρών, δοκιμάζει τα όρια του διεθνούς πλαισίου ελέγχου εξοπλισμών. Η πίεση προς κράτη με εύθραυστες οικονομίες και εξάρτηση από κυρώσεις ή ενεργειακά έσοδα, όπως η Βενεζουέλα, αναδεικνύει την ασυμμετρία ισχύος που ενσωματώνει το σημερινό σύστημα.
Παράλληλα, η Βενεζουέλα παραμένει δυνητικός παράγοντας στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Η γεωπολιτική της τοποθέτηση επηρεάζει τις αποφάσεις για παραγωγή, επενδύσεις σε upstream έργα και μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας. Εάν η προσπάθεια επαναπροσέγγισης με τις ΗΠΑ επιταχυνθεί, η χώρα μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο ρόλο στην εξισορρόπηση της προσφοράς, με συνέπειες για τις τιμές και για τη διαπραγματευτική ισχύ άλλων παραγωγών.
Τι σημαίνει η ρωσο-βενεζουελάνικη εξίσωση για την Ευρώπη
Για την Ευρώπη, η στάση της Βενεζουέλας έχει έμμεση, αλλά υπαρκτή σημασία. Πρώτον, οποιαδήποτε ενίσχυση της Ουκρανίας σε επίπεδο οπλισμού επηρεάζει τη διάρκεια και την ένταση του πολέμου, άρα και τον χρονικό ορίζοντα των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών και της ενεργειακής αβεβαιότητας. Δεύτερον, η πιθανή αύξηση της βενεζουελάνικης παραγωγής πετρελαίου στο πλαίσιο μιας συμφωνίας με τις ΗΠΑ μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθεροποίησης των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχει περιορίσει δραστικά τις εισαγωγές ρωσικών υδρογονανθράκων, έχει συμφέρον να βλέπει περισσότερες πηγές προσφοράς σε παγκόσμιο επίπεδο, ακόμη και αν δεν εισάγει άμεσα από τη Βενεζουέλα. Η συνολική ισορροπία στην αγορά πετρελαίου επηρεάζει το κόστος ενέργειας για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και βιομηχανίες, άρα και την ανταγωνιστικότητα της ηπείρου.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η εξέλιξη έχει δύο βασικές αναγνώσεις. Πρώτον, κάθε κίνηση που επηρεάζει τη ροή όπλων προς την Ουκρανία επηρεάζει έμμεσα τον χρονικό ορίζοντα του πολέμου και, κατ’ επέκταση, τη διάρκεια των υψηλών αμυντικών δαπανών και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας στην Ευρώπη – παράγοντες που μεταφράζονται σε αυξημένο δημοσιονομικό κόστος και υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τα κράτη. Δεύτερον, η πιθανή σταδιακή επανένταξη της Βενεζουέλας στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, εφόσον συνοδευτεί από πιο σταθερές σχέσεις με τις ΗΠΑ, μπορεί να λειτουργήσει ως μεσοπρόθεσμος σταθεροποιητικός παράγοντας στις διεθνείς τιμές ενέργειας. Αυτό είναι κρίσιμο για την Ελλάδα, όπου το ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, το τουριστικό προϊόν και τα περιθώρια κέρδους της ναυτιλίας. Σε ένα περιβάλλον όπου η χώρα επιχειρεί να μειώσει σταδιακά το ενεργειακό σκέλος του πληθωρισμού και να στηρίξει τη βιομηχανική της βάση, κάθε διεθνής εξέλιξη που συμβάλλει σε πιο προβλέψιμες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου λειτουργεί υπέρ της σταθερότητας των επιχειρηματικών σχεδίων και της αξιοπιστίας του ελληνικού δημοσιονομικού πλαισίου.






