Η Μόσχα δηλώνει έτοιμη να υποδεχθεί τον Τζάρεντ Κούσνερ και τον Στιβ Γουίτκοφ για συνομιλίες κατάπαυσης πυρός στην Ουκρανία. Η κίνηση φωτίζει έναν παράλληλο, ανεπίσημο δίαυλο ΗΠΑ–Ρωσίας, με αβέβαιη όμως θεσμική νομιμοποίηση.
Το Κρεμλίνο άνοιξε δημοσίως την πόρτα σε έναν παράλληλο δίαυλο διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία, δηλώνοντας ότι η Ρωσία θα είναι «ευχαριστημένη» να υποδεχθεί τον ειδικό απεσταλμένο των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Μέση Ανατολή, Στιβ Γουίτκοφ, και τον γαμπρό του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, «μόλις είναι έτοιμοι» να επισκεφθούν τη Μόσχα για συνομιλίες κατάπαυσης του πυρός. Η τοποθέτηση του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, εντάσσεται σε μια περίοδο όπου η επίσημη γραμμή της Ουάσινγκτον εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε διαπραγματεύσεις χωρίς σαφές αποτέλεσμα.
Τι ανακοίνωσε το Κρεμλίνο και ποια είναι τα πρόσωπα κλειδιά
Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Πεσκόφ ανέφερε ότι η Μόσχα «πραγματικά ανυπομονεί» για την άφιξη του Γουίτκοφ και του Κούσνερ, χωρίς να δώσει συγκεκριμένη ημερομηνία, πέρα από τη διατύπωση ότι η επίσκεψη θα πραγματοποιηθεί «όταν το επιτρέψει ο χρόνος». Η δημόσια αυτή πρόσκληση σηματοδοτεί ότι η ρωσική πλευρά επιδιώκει να αξιοποιήσει πρόσωπα με απευθείας πρόσβαση στον πρόεδρο Τραμπ, αλλά εκτός της τυπικής διπλωματικής ιεραρχίας.
Ο Στιβ Γουίτκοφ, επιχειρηματίας και ειδικός απεσταλμένος για τη Μέση Ανατολή, και ο Τζάρεντ Κούσνερ, με ρόλο άτυπου στρατηγικού συμβούλου στον Λευκό Οίκο, δεν ανήκουν στο παραδοσιακό διπλωματικό προσωπικό των ΗΠΑ. Η ανάδειξή τους σε δυνητικούς μεσολαβητές για την Ουκρανία υπογραμμίζει τη στροφή της αμερικανικής προεδρίας προς πιο προσωποκεντρικά, λιγότερο θεσμοθετημένα κανάλια εξωτερικής πολιτικής.
Η στάση της Ουάσινγκτον και ο ρόλος των θεσμών
Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ξεκαθάρισε ότι η Ουάσινγκτον δεν ενδιαφέρεται για διαπραγματεύσεις «αν δεν οδηγούν πουθενά». Η δήλωση αυτή λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στην εικόνα ενός πιο ευέλικτου, αλλά και λιγότερο διαφανή, διαύλου με τη Μόσχα. Το μήνυμα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι ότι η πολιτική των ΗΠΑ παραμένει προσανατολισμένη σε ουσιαστικά, επαληθεύσιμα αποτελέσματα και όχι σε συμβολικές κινήσεις.
Η ένταση ανάμεσα στον θεσμικό λόγο του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών και την ανάθεση ρόλου σε άτυπους μεσολαβητές αναδεικνύει ένα γνώριμο μοτίβο στην αμερικανική εξωτερική πολιτική: την παράλληλη λειτουργία επίσημων και ανεπίσημων διαύλων. Όταν όμως αυτό συμβαίνει σε ένα τόσο κεντρικό ζήτημα για την ευρωατλαντική ασφάλεια όσο ο πόλεμος στην Ουκρανία, τα ερωτήματα για τη συνοχή της δυτικής γραμμής πολλαπλασιάζονται.
Γιατί η Μόσχα προωθεί έναν παράλληλο δίαυλο για την Ουκρανία
Για τη Ρωσία, η ανάδειξη του Κούσνερ και του Γουίτκοφ σε δυνητικούς συνομιλητές εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους. Πρώτον, της επιτρέπει να εμφανίζεται ανοικτή σε διαπραγματεύσεις, μεταθέτοντας την ευθύνη της αδράνειας στην απέναντι πλευρά. Δεύτερον, δημιουργεί την εικόνα ότι μπορεί να συνομιλεί απευθείας με τον στενό κύκλο του προέδρου Τραμπ, παρακάμπτοντας εν μέρει τους παραδοσιακούς θεσμούς της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Τρίτον, η Μόσχα επιχειρεί να δοκιμάσει τις αντοχές και τις εσωτερικές ισορροπίες της Δύσης, προβάλλοντας την ιδέα ότι η πορεία του πολέμου μπορεί να επηρεαστεί όχι μόνο από αποφάσεις του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και από διμερείς, προσωποποιημένες συνεννοήσεις. Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, μια τέτοια μετατόπιση θα αποδυνάμωνε τον ρόλο των πολυμερών θεσμών και θα ενίσχυε τα κράτη που επενδύουν στη διπλωματία ισχύος και στις προσωπικές σχέσεις ηγετών.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη διεθνή τάξη και την Ευρώπη
Η προοπτική διαπραγματεύσεων μέσω άτυπων καναλιών, χωρίς σαφή εντολή από τους θεσμούς της Δύσης, δημιουργεί ένα περίπλοκο θεσμικό προηγούμενο. Αν μια ενδεχόμενη κατάπαυση πυρός ή συμφωνία για την Ουκρανία προέλθει από τέτοιου είδους διαύλους, η νομιμοποίησή της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ θα είναι πιο δύσκολη, ειδικά για χώρες που έχουν επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο στην αρχή της συλλογικής απόφασης.
Για την Ευρώπη, και ειδικά για τα κράτη της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, η εικόνα ότι κεντρικές αποφάσεις για την ασφάλεια της ηπείρου μπορούν να ληφθούν μέσα από κλειστές, διμερείς διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ρωσίας, χωρίς πλήρη διαβούλευση με τους εταίρους, αναζωπυρώνει παλαιότερους φόβους περιθωριοποίησης. Μακροπρόθεσμα, αυτό μπορεί να ενισχύσει τις φυγόκεντρες τάσεις στην ΕΕ, με χώρες να αναζητούν δικές τους διμερείς ισορροπίες με μεγάλες δυνάμεις, εκτός του κοινού πλαισίου.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή οικονομία
Για την Ελλάδα, κάθε σοβαρό ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης για κατάπαυση πυρός στην Ουκρανία έχει άμεσο οικονομικό ενδιαφέρον. Η διάρκεια και η ένταση του πολέμου επηρεάζουν το κόστος ενέργειας, την πορεία του πληθωρισμού στην ευρωζώνη και, τελικά, τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ένα αξιόπιστο μονοπάτι αποκλιμάκωσης θα μπορούσε να ενισχύσει τη σταθερότητα στις αγορές ενέργειας και να βελτιώσει το μεσοπρόθεσμο επενδυτικό κλίμα στην Ευρώπη.
Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο θα προκύψει μια τέτοια αποκλιμάκωση είναι κρίσιμος. Μια συμφωνία που θα γίνει αντιληπτή ως προϊόν διμερούς συνεννόησης ΗΠΑ–Ρωσίας, χωρίς ισχυρή συμμετοχή της ΕΕ, θα άφηνε την Ευρώπη –και την Ελλάδα ως κράτος μέλος– περισσότερο εκτεθειμένη σε μελλοντικές ανατροπές. Η θεσμική συμμετοχή των ευρωπαϊκών οργάνων στις όποιες μελλοντικές συνομιλίες για την Ουκρανία είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε οι οικονομικές προσδοκίες για σταθερότητα να έχουν γερά θεμέλια.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο Κούσνερ ή ο Γουίτκοφ θα ταξιδέψουν τελικά στη Μόσχα, αλλά αν η όποια διαδικασία για την Ουκρανία θα είναι θεσμικά αξιόπιστη και διαρκής. Μόνο μια λύση που θα στηρίζεται σε ευρωπαϊκή συμμετοχή και σαφείς κανόνες ασφαλείας μπορεί να μεταφραστεί σε σταθερότερες τιμές ενέργειας, προβλέψιμο πληθωρισμό και χαμηλότερο γεωπολιτικό ασφάλιστρο για τις ελληνικές επενδύσεις. Οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές στην Ελλάδα οφείλουν να παρακολουθούν όχι μόνο το αν ξεκινούν συνομιλίες, αλλά κυρίως ποιοι τις διαπραγματεύονται και υπό ποιους θεσμικούς όρους.






