Σε πλήρη πολιτική κλιμάκωση εξελίσσεται η υπόθεση του ακινήτου στο Ηράκλειο, με αλληλοκατηγορίες για ψεύδη, ηθική και νομιμότητα. Ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Νίκος Ανδρουλάκης ανταλλάσσουν βαρείς χαρακτηρισμούς, προαναγγέλλοντας και νομικές κινήσεις.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη και τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, Νίκο Ανδρουλάκη, για το ακίνητο της οικογένειας Ανδρουλάκη στο Ηράκλειο Κρήτης, έχει μετατραπεί σε μείζονα πολιτική σύγκρουση με έντονο ηθικοπολιτικό φορτίο. Το επίκεντρο είναι η μακροχρόνια μίσθωση του ακινήτου από το Ελληνικό Κτηματολόγιο και το συνολικό οικονομικό όφελος για την οικογένεια.
Οι καταγγελίες Γεωργιάδη για «ευνοϊκή» σύμβαση και υψηλά έσοδα
Ο Άδωνις Γεωργιάδης υποστηρίζει ότι η οικογένεια Ανδρουλάκη εισπράττει 10.000 ευρώ τον μήνα από το Δημόσιο, απορρίπτοντας ως «κωμικό» τον ισχυρισμό του προέδρου του ΠΑΣΟΚ ότι το καθαρό ποσό μετά φόρων είναι 1.000 ευρώ. Κατηγορεί τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι αποκρύπτει την πραγματική διάσταση της σύμβασης και ότι ψευδώς αποδίδει την απόφαση μίσθωσης σε κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή.
Σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας, η κρίσιμη επιτροπή αξιολόγησης λειτούργησε επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ, απορρίπτοντας φθηνότερη προσφορά (7.500 ευρώ) και επιλέγοντας το κτίριο της οικογένειας Ανδρουλάκη με τίμημα 10.500 ευρώ. Ο ίδιος κάνει λόγο για «καταφανή εύνοια» προς ένα υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ στην Κρήτη και ανεβάζει τους τόνους μιλώντας για συνολικές καταβολές άνω του 1,2 εκατ. ευρώ, αλλά και για κρατική ανακαίνιση του κτιρίου.
Παράλληλα, συνδέει την υπόθεση με το αφήγημα περί κοινωνικής δικαιοσύνης, αντιπαραβάλλοντας την οικονομική κατάσταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ με εκείνη μικρών αγροτών και κτηνοτρόφων, ενώ επεκτείνει την κριτική του και στο πόθεν έσχες του κ. Ανδρουλάκη και τη διαχείριση λογαριασμών στο εξωτερικό.
Η αντεπίθεση Ανδρουλάκη και το επιχείρημα της νομιμότητας
Ο Νίκος Ανδρουλάκης απαντά χαρακτηρίζοντας τον Άδωνι Γεωργιάδη «απόλυτο συκοφάντη» και δηλώνει ότι θα κινηθεί νομικά. Υποστηρίζει ότι ο διαγωνισμός για το ακίνητο προκηρύχθηκε, αξιολογήθηκε και ολοκληρώθηκε επί κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή, με τη δική του προσφορά να είναι η φθηνότερη μεταξύ όσων πληρούσαν τις νομικές προϋποθέσεις. Η υπογραφή της σύμβασης επί ΠΑΣΟΚ, όπως τονίζει, ήταν απλώς υλοποίηση ήδη ληφθείσας απόφασης του Κτηματολογίου.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απορρίπτει τις αιτιάσεις περί «φωτογραφικού» διαγωνισμού, σημειώνοντας ότι υπήρξαν πολλαπλές προσφορές και σε δεύτερο διαγωνισμό. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι η οικογένειά του δεν έλαβε κρατικά κονδύλια για την ανακαίνιση του κτιρίου, αλλά ότι οι παρεμβάσεις έγιναν από το Κτηματολόγιο για να προσαρμοστεί ο χώρος στις λειτουργικές ανάγκες του.
Σε ό,τι αφορά τα ποσά, ο κ. Ανδρουλάκης επιμένει ότι τα εισοδήματα είναι πλήρως δηλωμένα και φορολογημένα, κάνοντας μάλιστα λόγο για διπλή φορολόγηση σε παλαιότερη περίοδο ως ευρωβουλευτής, την οποία δεν αμφισβήτησε δικαστικά. Παρουσιάζει την επίθεση σε βάρος του ως μέρος οργανωμένης «μιντιακής» επιχείρησης ηθικής του απαξίωσης, στην οποία εμπλέκονται κυβερνητικά στελέχη και φιλικά προς τη Νέα Δημοκρατία μέσα ενημέρωσης.
Ηθική, διαφάνεια και πολιτική πόλωση
Πέρα από τις τεχνικές λεπτομέρειες της σύμβασης, η υπόθεση αποκτά χαρακτήρα πολιτικού τεστ για τα όρια μεταξύ νομιμότητας και ηθικής στη διαχείριση σχέσεων κράτους – ιδιωτών. Η κυβέρνηση, μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, θέτει ζήτημα ηθικής τάξης για τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, αποφεύγοντας όμως να προκαταλάβει τη νομιμότητα, την οποία παραπέμπει στα αρμόδια όργανα.
Από την άλλη, ο κ. Ανδρουλάκης επιχειρεί να αντιστρέψει το πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι στοχοποιείται πολιτικά από ένα «μιντιακό παρακράτος» και ότι η συμμετοχή πολιτών σε διαγωνισμούς του Δημοσίου δεν μπορεί να βαφτίζεται συλλήβδην ανήθικη. Η κλιμάκωση των προσωπικών χαρακτηρισμών και η προαναγγελία νομικών ενεργειών δείχνουν ότι η υπόθεση δύσκολα θα εκτονωθεί άμεσα, με κίνδυνο να μετατραπεί σε μακρόσυρτο πεδίο πόλωσης που θα σκιάζει την ουσιαστική συζήτηση για τη διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις.
Σχόλιο
: Η υπόθεση αναδεικνύει την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να διαχωρίσει ψύχραιμα το νομικό από το ηθικό σκέλος των σχέσεων κράτους – ιδιωτών. Αντί για πλήρη διαφάνεια και θεσμικό έλεγχο με δημοσιοποίηση όλων των συμβάσεων και πορισμάτων, κυριαρχεί η λογική της προσωπικής στοχοποίησης και της επικοινωνιακής εκμετάλλευσης. Αυτό ενισχύει την καχυποψία των πολιτών απέναντι στο σύνολο του πολιτικού προσωπικού, ανεξαρτήτως παρατάξεων.






