Ο Ντόναλντ Τραμπ ανεβάζει εκ νέου την πίεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας σαφές deadline: μέχρι τις 4 Ιουλίου για την επικύρωση της εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ. Διαφορετικά, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο — δασμοί «σε πολύ υψηλότερα επίπεδα».
Η παρέμβαση ήρθε μετά από επικοινωνία με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, με τον Τραμπ να υποστηρίζει ότι η Ευρώπη καθυστερεί να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί στο Turnberry το 2025.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συμφωνία προέβλεπε μηδενικούς δασμούς από την ευρωπαϊκή πλευρά. Αντί αυτού, η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι η πρόοδος είναι ανεπαρκής και επιλέγει escalation strategy.
Στο τραπέζι βρίσκεται ήδη το σενάριο αύξησης των δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα στο 25%. Δεν έχει ξεκαθαρίσει αν το μέτρο θα επεκταθεί σε όλο το φάσμα των προϊόντων, αλλά η αγορά κρατά το βασικό: το trade risk επιστρέφει δυναμικά.
Από την πλευρά της, η φον ντερ Λάιεν εμφανίζεται πιο συγκρατημένη. Δηλώνει ότι υπάρχει «καλή πρόοδος» και ότι οι διαπραγματεύσεις κινούνται προς μείωση δασμών έως τις αρχές Ιουλίου. Με απλά λόγια, η Ευρώπη παίζει delay game — αλλά το παράθυρο κλείνει.
Παράλληλα, η κατάσταση περιπλέκεται από το εσωτερικό των ΗΠΑ. Δικαστήριο εμπορίου έκρινε ότι οι πρόσφατοι οριζόντιοι δασμοί 10% δεν στηρίζονται επαρκώς νομικά, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στην πολιτική Τραμπ. Δεν είναι η πρώτη φορά που η δικαιοσύνη περιορίζει το εύρος των εμπορικών του κινήσεων.
Στο πολιτικό επίπεδο, το timing δεν είναι τυχαίο. Ο Τραμπ θέλει tangible wins πριν την εθνική επέτειο και ενόψει εκλογικού κύκλου. Στο οικονομικό επίπεδο, η απειλή δασμών λειτουργεί ως leverage — όχι απαραίτητα ως τελικός στόχος.
Το βασικό takeaway για τις αγορές είναι ένα: η σταθερότητα στις διατλαντικές σχέσεις δεν είναι δεδομένη. Και αυτό μεταφράζεται άμεσα σε volatility σε βιομηχανία, αυτοκινητοβιομηχανία και εξαγωγικούς κλάδους.
SBC Σχολιο:
Η τακτική είναι ξεκάθαρη: pressure → deadline → renegotiation. Δεν είναι εμπορική πολιτική, είναι deal-making με όρους real estate. Η Ευρώπη έχει δύο επιλογές: είτε παίζει άμυνα και πληρώνει το κόστος, είτε απαντά συμμετρικά. Μέχρι τώρα, επιλέγει το πρώτο. Και αυτό δεν είναι στρατηγική — είναι αδυναμία.







