Η 24ωρη απεργία σε τουρισμό και εστίαση στις 24 Μαΐου φωτίζει τις αντιφάσεις του ελληνικού «θαύματος» στον κλάδο. Το αίτημα για καλύτερους όρους εργασίας συγκρούεται με ένα μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στην ένταση εργασίας και στη συμπίεση κόστους.
Η απόφαση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στον Επισιτισμό και τον Τουρισμό για 24ωρη πανελλαδική απεργία στις 24 Μαΐου έρχεται στην έναρξη της θερινής σεζόν, σε έναν κλάδο που αποτελεί περίπου το 25% της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας άμεσα και έμμεσα. Η κινητοποίηση δεν είναι απλώς συνδικαλιστικό γεγονός· αναδεικνύει το διαρθρωτικό ρήγμα ανάμεσα στην εκρηκτική αύξηση του τουριστικού τζίρου και τη στασιμότητα των πραγματικών αμοιβών και των συνθηκών εργασίας.
Τα βασικά αιτήματα πίσω από την απεργία
Στο επίκεντρο των διεκδικήσεων βρίσκονται τέσσερις πυλώνες: η προστασία των εποχικά εργαζομένων, η πλήρης εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, η τήρηση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων και ο έλεγχος του πλαισίου για την απασχόληση εργαζομένων από τρίτες χώρες.
Οι εποχικά εργαζόμενοι αποτελούν κρίσιμο υπόστρωμα του ελληνικού τουρισμού, με κύκλο εργασίας λίγων μηνών και εξάρτηση από το επίδομα ανεργίας για το υπόλοιπο έτος. Η ΠΟΕΕΤ καταγγέλλει ότι η χρονική ισχύς του επιδόματος παραμένει άλυτο ζήτημα εδώ και δύο χρόνια, ενώ η αύξηση του κατώτατου μισθού συμπαρασύρει προς τα πάνω και το ύψος του επιδόματος, οδηγώντας σε υπέρβαση του αφορολόγητου ορίου και σε χρεωστικά εκκαθαριστικά της τάξης των 400–700 €.
Παράλληλα, η μη καθολική εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας στον κλάδο, λόγω εξαιρέσεων για επιχειρήσεις με διαφορετικό κύριο κωδικό δραστηριότητας, δημιουργεί πεδίο για αδήλωτες υπερωρίες και υπερβολικά ωράρια. Η ομοσπονδία συνδέει το κενό αυτό με την πραγματικότητα «7ήμερης εργασίας και 14ωρων βαρδιών», σε αντίστιξη με τη θεσμική κανονικότητα που επιχειρεί να διαμορφώσει το υπουργείο Εργασίας.
Συλλογικές συμβάσεις, παραγωγικότητα και έλλειψη προσωπικού
Οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις σε τουρισμό και επισιτισμό έχουν επανέλθει στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο της προσπάθειας για πιο θεσμοθετημένη αγορά εργασίας μετά την περίοδο των μνημονίων. Ωστόσο, η ΠΟΕΕΤ κάνει λόγο για εκτεταμένη μη εφαρμογή τους, ιδίως σε μικρότερες μονάδες, σε συνδυασμό με περιορισμένη παρουσία ελεγκτικών μηχανισμών.
Η πρακτική αυτή τροφοδοτεί το φαινόμενο της «μαζικής φυγής» εργαζομένων από τον κλάδο, με πολλούς να στρέφονται σε άλλους τομείς της οικονομίας ή να αναζητούν καλύτερες συνθήκες στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: ρεκόρ αφίξεων και εσόδων αλλά ταυτόχρονα χρόνιο έλλειμμα προσωπικού, που καλύπτεται ολοένα και περισσότερο με εργαζόμενους από τρίτες χώρες, συχνά με αδιαφανείς όρους απασχόλησης και διαμονής.
Η ομοσπονδία θέτει ευθέως ζήτημα διαφάνειας για το πόσοι είναι αυτοί οι εργαζόμενοι, με ποιους όρους αμείβονται και υπό ποιες συνθήκες ζουν, ανοίγοντας μια συζήτηση που αγγίζει όχι μόνο τα εργασιακά αλλά και τη μεταναστευτική πολιτική, την κοινωνική συνοχή και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Το θεσμικό πλαίσιο και οι ευρωπαϊκές πιέσεις
Η αντιπαράθεση για το ωράριο και την εντατικοποίηση της εργασίας συνδέεται με τις πρόσφατες αλλαγές στο εργασιακό δίκαιο, που επιτρέπουν μεγαλύτερη ευελιξία στα ωράρια, υπό προϋποθέσεις. Η ΠΟΕΕΤ θεωρεί ότι οι ρυθμίσεις αυτές νομιμοποιούν στην πράξη υπερβολικά ωράρια σε έναν ήδη επιβαρυμένο κλάδο, όπου η εποχικότητα και η ένταση εργασίας είναι ο κανόνας.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο τουρισμός βρίσκεται στο επίκεντρο συζητήσεων για βιώσιμη ανάπτυξη, πράσινη μετάβαση και ποιότητα απασχόλησης. Η Ελλάδα, ως μία από τις πιο τουριστικά εξαρτημένες οικονομίες της Ευρωζώνης, βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να ευθυγραμμίσει το μοντέλο της με ευρωπαϊκές κατευθύνσεις για αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας και ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών.
Η απεργιακή κινητοποίηση, με τις εξορμήσεις κλιμακίων της ΠΟΕΕΤ σε χώρους εργασίας και περιφερειακά σωματεία, λειτουργεί ως μοχλός πίεσης προς την κυβέρνηση για πιο σαφείς απαντήσεις σε ζητήματα όπως η διάρκεια και η φορολογική μεταχείριση του επιδόματος ανεργίας, η καθολική εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας και η ενίσχυση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
Κίνδυνοι για το τουριστικό «brand» και την επόμενη μέρα
Η επιλογή της 24ης Μαΐου, σε φάση ανόδου των κρατήσεων και υψηλών προσδοκιών για τη φετινή σεζόν, αυξάνει το διαπραγματευτικό βάρος της απεργίας. Βραχυπρόθεσμα, ο κίνδυνος είναι λειτουργικές δυσκολίες σε ξενοδοχεία και καταστήματα εστίασης, με πιθανές επιπτώσεις στην εμπειρία των επισκεπτών σε κομβικούς προορισμούς.
Μεσοπρόθεσμα, όμως, το διακύβευμα είναι βαθύτερο: αν ο κλάδος συνεχίσει να λειτουργεί με υψηλή εξάρτηση από χαμηλά αμειβόμενη, εντατική και συχνά επισφαλή εργασία, η δυνατότητα διατηρήσιμης αναβάθμισης του ελληνικού τουριστικού προϊόντος τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η μετάβαση σε πιο ποιοτικό, υψηλής προστιθέμενης αξίας μοντέλο προϋποθέτει επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, σταθερότητα σχέσεων εργασίας και θεσμική αξιοπιστία.
Για την κυβέρνηση, η απεργία λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η επιτυχία στους μακροοικονομικούς δείκτες και στα τουριστικά έσοδα δεν αρκεί, εάν δεν συνοδεύεται από βελτίωση των όρων εργασίας σε έναν από τους πιο κρίσιμους κλάδους της οικονομίας. Για τις επιχειρήσεις, το μήνυμα είναι ότι η αντιμετώπιση της έλλειψης προσωπικού δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην εισαγωγή εργαζομένων από τρίτες χώρες, χωρίς παράλληλη αναβάθμιση μισθών, συνθηκών και επαγγελματικών προοπτικών.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η απεργία στον τουρισμό και την εστίαση είναι προειδοποιητικό σήμα για το εργασιακό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίζεται ένα από τα βασικά αναπτυξιακά της στηρίγματα. Αν δεν υπάρξει θεσμική απάντηση στα ζητήματα εποχικότητας, φορολογικής επιβάρυνσης των επιδομάτων, ελέγχου της αδήλωτης εργασίας και διαφάνειας στην απασχόληση εργαζομένων από τρίτες χώρες, το εργασιακό ρίσκο στον κλάδο θα αυξάνει. Για επενδυτές και επιχειρήσεις, η ουσία είναι ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού τουριστικού μοντέλου θα κριθεί όχι μόνο από τις αφίξεις και τα έσοδα, αλλά και από την ικανότητα του συστήματος να διασφαλίσει σταθερό, καταρτισμένο και επαρκώς αμειβόμενο ανθρώπινο δυναμικό.






