Γαλλία: Ο Μακρόν χτίζει «υγειονομική κυριαρχία» με φάρμακα ΕΕ

Η συμφωνία της ΕΕ για τα κρίσιμα φάρμακα, που χαιρετίζει ο Εμανουέλ Μακρόν, σηματοδοτεί στροφή από τη λογική του φθηνότερου προμηθευτή στη λογική της στρατηγικής αυτάρκειας. Πίσω από τη ρητορική της «υγειονομικής κυριαρχίας» διαμορφώνεται ένα νέο, πιο παρεμβατικό ευρωπαϊκό βιομηχανικό μοντέλο.

Η δημόσια στήριξη του Εμανουέλ Μακρόν στη νέα ευρωπαϊκή συμφωνία για τα κρίσιμα φάρμακα δεν είναι απλώς μια επικοινωνιακή κίνηση. Ο Γάλλος πρόεδρος αξιοποιεί την έννοια της «υγειονομικής κυριαρχίας» για να εδραιώσει μια ευρωπαϊκή στροφή προς τη στρατηγική αυτάρκεια, με επίκεντρο την παραγωγή φαρμάκων και ιατροτεχνολογικών προϊόντων εντός της Ένωσης.

Τι αλλάζει με τη «ευρωπαϊκή προτίμηση» στα φάρμακα

Στον πυρήνα της συμφωνίας βρίσκεται η εισαγωγή μιας μορφής «ευρωπαϊκής προτίμησης» στις δημόσιες προμήθειες. Σύμφωνα με όσα ανέδειξε ο Μακρόν, τουλάχιστον το 50% ορισμένων συμβάσεων, όταν υπάρχει βαριά εξάρτηση από τρίτη χώρα, θα πρέπει να καλύπτεται από προϊόντα που παράγονται εντός ΕΕ. Πρόκειται για σιωπηρή αποδοχή ότι η μέχρι σήμερα λογική του χαμηλότερου κόστους οδήγησε σε επικίνδυνες ελλείψεις, όπως φάνηκε σε αντιβιοτικά και βασικά φάρμακα τα τελευταία χρόνια.

Η ρύθμιση δεν ακυρώνει τον ανταγωνισμό, αλλά τον «φιλτράρει» μέσα από κριτήρια ασφάλειας εφοδιασμού. Αυτό σημαίνει ότι η τιμή παύει να είναι ο απόλυτος ρυθμιστής και μπαίνει στο τραπέζι η ανθεκτικότητα της αλυσίδας παραγωγής. Σε βάθος χρόνου, η μετατόπιση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε ανακατανομή επενδύσεων εντός ΕΕ, με ενίσχυση χωρών που διαθέτουν ήδη φαρμακοβιομηχανική βάση και ρυθμιστική σταθερότητα.

Από την πανδημία στη μόνιμη βιομηχανική πολιτική

Η πανδημία ανέδειξε τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής εξάρτησης από ασιατικές αγορές για δραστικές ουσίες και πρώτες ύλες. Η νέα πρωτοβουλία, με τα «στρατηγικά βιομηχανικά έργα» που επικαλείται ο Μακρόν, επιχειρεί να μετατρέψει την έκτακτη διαχείριση κρίσεων σε μόνιμη βιομηχανική πολιτική. Η κοινή προμήθεια φαρμάκων, που ξεκίνησε με τα εμβόλια, εδραιώνεται πλέον ως εργαλείο για να διασφαλιστεί τόσο η διαθεσιμότητα όσο και η διαπραγματευτική ισχύς της ΕΕ απέναντι σε πολυεθνικές και τρίτες χώρες.

Παράλληλα, η έμφαση στη «μείωση στρατηγικών εξαρτήσεων» συνδέεται με το ευρύτερο αφήγημα της «τεχνολογικής και βιομηχανικής κυριαρχίας» που προωθούν Παρίσι και Βρυξέλλες. Η υγεία λειτουργεί ως πεδίο-πιλότος για ένα μοντέλο όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αρκείται στον ρόλο της ρυθμιστικής δύναμης, αλλά παρεμβαίνει ενεργά στη χωροθέτηση παραγωγής, στην κατεύθυνση επενδύσεων και στη διαμόρφωση προτύπων.

Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ευρωπαϊκή αγορά υγείας

Η επιλογή αυτή έχει κόστος και όφελος. Βραχυπρόθεσμα, η ενίσχυση της παραγωγής εντός ΕΕ και οι προτιμησιακοί κανόνες στις προμήθειες μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές σε ορισμένες κατηγορίες φαρμάκων, ιδίως γενόσημων. Μακροπρόθεσμα όμως, η σταθερότητα του εφοδιασμού και η μείωση των ελλείψεων μπορούν να μειώσουν το συνολικό κόστος για τα συστήματα υγείας, περιορίζοντας ακριβότερες εναλλακτικές και νοσηλείες που προκαλούνται από καθυστερήσεις στη θεραπεία.

Θεσμικά, η ΕΕ δοκιμάζει τα όρια της εσωτερικής αγοράς: η «ευρωπαϊκή προτίμηση» φλερτάρει με λογικές βιομηχανικού προστατευτισμού, αλλά επιχειρεί να τις ντύσει με το επιχείρημα της δημόσιας υγείας και της ασφάλειας. Το αν αυτό θα σταθεί νομικά και πολιτικά, θα εξαρτηθεί από το πώς θα εφαρμοστούν στην πράξη τα κριτήρια «βαριάς εξάρτησης» και από το αν θα υπάρξει διαφανής, κοινός ευρωπαϊκός ορισμός των κρίσιμων φαρμάκων.

Πώς επηρεάζεται η Ελλάδα και η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία

Για χώρες όπως η Ελλάδα, με ισχυρή παραγωγική βάση στα γενόσημα, η μετατόπιση αυτή της ΕΕ ανοίγει παράθυρο ευκαιρίας. Η προτεραιότητα σε προϊόντα «παραγόμενα στην Ένωση» και οι κοινές αγορές μπορούν να ενισχύσουν τη θέση των ελληνικών εταιρειών σε πανευρωπαϊκές προκηρύξεις, εφόσον επενδύσουν σε κλίμακα, ποιότητα και συμμόρφωση με τα νέα ευρωπαϊκά κριτήρια. Παράλληλα, η σταδιακή απεξάρτηση από τρίτες χώρες για πρώτες ύλες μπορεί να οδηγήσει σε νέους κύκλους επενδύσεων στην εγχώρια παραγωγή δραστικών ουσιών.

Ωστόσο, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής συνοδεύεται από αυστηρότερες απαιτήσεις για αποθέματα ασφαλείας, ιχνηλασιμότητα και ανθεκτικότητα εφοδιαστικών αλυσίδων. Αυτό σημαίνει ότι οι μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις θα χρειαστεί να προσαρμοστούν γρήγορα, ενδεχομένως μέσω συνεργασιών ή συμπράξεων, για να αντέξουν το αυξημένο ρυθμιστικό και επενδυτικό βάρος.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, η στροφή της ΕΕ προς την «υγειονομική κυριαρχία» μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για αναβάθμιση της φαρμακοβιομηχανίας από περιφερειακό παραγωγό γενοσήμων σε στρατηγικό εταίρο της ευρωπαϊκής αλυσίδας αξίας. Η πρόκληση για την Αθήνα είναι να ευθυγραμμίσει φορολογικά, επενδυτικά και ρυθμιστικά εργαλεία ώστε να προσελκύσει μέρος των νέων «στρατηγικών βιομηχανικών έργων», αποφεύγοντας ταυτόχρονα να μετακυλιστεί το κόστος της ευρωπαϊκής αυτάρκειας σε υψηλότερες συμμετοχές για τους ασθενείς.

#Μακρόν #ΕΕ #Φάρμακα #Υγεία #Φαρμακοβιομηχανία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.