Η σύσφιξη της ελληνογαλλικής συνεργασίας στην άμυνα μετατοπίζεται από απλές προμήθειες σε δομικές βιομηχανικές συμπράξεις. Στόχος είναι μια ενοποιημένη, ανταγωνιστική ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.
Η πρόσφατη συζήτηση ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Εμανουέλ Μακρόν, με φόντο το Greece-France Economic Forum στην Αθήνα, ανέδειξε μια ποιοτική αλλαγή στην αμυντική συνεργασία Ελλάδας και Γαλλίας. Το βάρος μετακινείται πλέον από τις κλασικές διακρατικές συμφωνίες προμηθειών σε βαθύτερες βιομηχανικές συνεργασίες, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ισχυρής, ανταγωνιστικής και περισσότερο ενοποιημένης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Από κατακερματισμένες αγορές σε κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα
Κεντρικό συμπέρασμα του φόρουμ ήταν ότι το βασικό εμπόδιο για την ευρωπαϊκή αμυντική κυριαρχία δεν είναι η τεχνολογία, αλλά η οργάνωση. Ο επικεφαλής της THEON International, Κρίστιαν Χατζημηνάς, τόνισε ότι η Ευρώπη διαθέτει υψηλή τεχνογνωσία, αλλά ο κατακερματισμός, η έλλειψη κοινών προτύπων και ο ασθενής συντονισμός περιορίζουν την κλιμάκωση ανταγωνιστικών συστημάτων. Η λύση, όπως υπογράμμισε, βρίσκεται σε κοινές προμήθειες, στρατηγικές συμπράξεις και ισότιμο επιμερισμό του βιομηχανικού έργου. Ήδη, συνεργασίες ελληνικών και γαλλικών εταιρειών έχουν οδηγήσει σε εξαγωγές εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, αποδεικνύοντας ότι υπάρχει λειτουργικό μοντέλο που μπορεί να επεκταθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ρόλος της ελληνικής βιομηχανίας και στρατηγική προοπτική
Από τη γαλλική πλευρά, ο Pierre Éric Pommellet της Naval Group ανέδειξε τη μακροπρόθεσμη διάσταση της συνεργασίας, επισημαίνοντας ότι η συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας σε ναυπηγικά και άλλα εξοπλιστικά προγράμματα διευρύνεται σταθερά. Στόχος είναι κοινά έργα που δημιουργούν ουσιαστική προστιθέμενη αξία και για τις δύο χώρες, ενισχύοντας ταυτόχρονα την ευρωπαϊκή αμυντική βάση.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Nicolas Groult της KNDS France υπογράμμισε τη σημασία προγραμμάτων όπως το «Philoctetes», τα οποία λειτουργούν ως πρότυπο για το πώς οι διακρατικές συνεργασίες μπορούν να καλύπτουν επιχειρησιακές ανάγκες, ενώ παράλληλα ενισχύουν την ευρωπαϊκή τεχνολογική και βιομηχανική υποδομή. Από ελληνικής πλευράς, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος (METLEN) τόνισε ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως ισότιμος βιομηχανικός εταίρος, σημειώνοντας όμως ότι σε μεγάλα προγράμματα, όπως οι φρεγάτες, η ενεργοποίηση της εγχώριας βιομηχανίας θα έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα για μέγιστη εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Αμυντική πολιτική ως βιομηχανική και αναπτυξιακή στρατηγική
Η «επόμενη μέρα» της ελληνογαλλικής συνεργασίας διαφαίνεται ως μετάβαση από τις απλές προμήθειες σε σύνθετα σχήματα συμπαραγωγής και συν-ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές εταιρείες καλούνται να ενταχθούν πιο ενεργά στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας, όχι μόνο ως υπεργολάβοι αλλά ως τεχνολογικοί εταίροι με δικό τους R&D και εξαγωγική στόχευση.
Η τάση αυτή συνδέεται με την ευρύτερη ευρωπαϊκή συγκυρία: αυξημένες αμυντικές δαπάνες, αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας και επιτάχυνση κοινών προγραμμάτων δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο, στο οποίο χώρες με αξιόπιστη βιομηχανική βάση, όπως η Ελλάδα, μπορούν να διεκδικήσουν αναβαθμισμένο ρόλο. Η ελληνογαλλική σύμπραξη λειτουργεί έτσι ως «πιλότος» για μια νέα γενιά ευρωπαϊκών συνεργειών, όπου η άμυνα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως εργαλείο ασφάλειας, αλλά και ως μοχλός βιομηχανικής πολιτικής, καινοτομίας και εξαγωγικής δυναμικής.
Σχόλιο
: Η ελληνογαλλική προσέγγιση στην άμυνα δείχνει ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο ποιο οπλικό σύστημα θα αγοραστεί, αλλά ποιος θα το σχεδιάσει, θα το παράγει και θα καρπωθεί την τεχνολογική και βιομηχανική υπεραξία. Αν η Αθήνα αξιοποιήσει συστηματικά τη συμμετοχή της σε κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα, η άμυνα μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους λίγους κλάδους όπου η χώρα θα αποκτήσει υψηλής έντασης τεχνολογίας παραγωγική βάση με ισχυρή εξαγωγική προοπτική.






