Εκτιμήσεις συμβούλων του Ντόναλντ Τραμπ ανεβάζουν τον κίνδυνο σύγκρουσης στην Ταϊβάν μέσα στην επόμενη πενταετία. Η αναζωπύρωση της έντασης δοκιμάζει τα όρια της αμερικανοκινεζικής ισορροπίας και αναδιαμορφώνει τον γεωοικονομικό χάρτη της Ασίας.
Η πιθανότητα η Κίνα να επιχειρήσει στρατιωτική κίνηση κατά της Ταϊβάν μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια βρίσκεται πλέον στο τραπέζι ανώτερων συμβούλων του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με διαρροές που επικαλείται το Axios, η πρόσφατη επίσκεψη της αμερικανικής ηγεσίας στο Πεκίνο ενίσχυσε την εκτίμηση ότι ο Σι Τζινπίνγκ θέλει να αποδείξει στην Ουάσινγκτον πως η Κίνα δεν είναι «ανερχόμενη δύναμη», αλλά «ισότιμη» με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Γιατί η Ταϊβάν επιστρέφει στον πυρήνα της αντιπαράθεσης
Η Ταϊβάν παραμένει το πιο ευαίσθητο ζήτημα στην αμερικανοκινεζική σχέση: για το Πεκίνο αποτελεί κεντρικό ζήτημα «εθνικής επανένωσης», για την Ουάσινγκτον κρίσιμο κρίκο της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στον δυτικό Ειρηνικό. Η εκτίμηση συμβούλων Τραμπ ότι «η Ταϊβάν θα βρεθεί στο τραπέζι μέσα στην επόμενη πενταετία» αποτυπώνει τη στροφή από τη διαχείριση κρίσεων στη λογική δοκιμής ισχύος.
Ο Σι Τζινπίνγκ έχει συνδέσει πολιτικά το κύρος του με την εικόνα μιας Κίνας που δεν αποδέχεται πλέον τον ρόλο του «μαθητευόμενου» της Δύσης. Η ανάγνωση στην Ουάσινγκτον είναι ότι αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε πιο επιθετική στάση στα ζητήματα κυριαρχίας, με την Ταϊβάν στην κορυφή της λίστας. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και αν δεν υπάρξει άμεση στρατιωτική σύγκρουση, η συνεχής επίδειξη ισχύος γύρω από το νησί γίνεται εργαλείο διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ.
Ο κίνδυνος «παρεξήγησης» και η παγίδα της κλιμάκωσης
Οι στρατιωτικές διελεύσεις, οι ασκήσεις και οι υπερπτήσεις στην περιοχή της Ταϊβάν αυξάνουν τον κίνδυνο ενός επεισοδίου που θα ξεκινήσει ως τακτική κίνηση και θα εξελιχθεί σε στρατηγική κρίση. Σε ένα περιβάλλον όπου και οι δύο πλευρές θέλουν να αποφύγουν την εικόνα υποχώρησης, η διαχείριση μιας τέτοιας κρίσης γίνεται δυσκολότερη από ποτέ.
Η Ουάσινγκτον στηρίζεται σε ένα πλέγμα «στρατηγικής ασάφειας» για την Ταϊβάν, που της επιτρέπει να αποτρέπει το Πεκίνο χωρίς να δεσμεύεται απόλυτα σε πολεμική εμπλοκή. Ωστόσο, όσο η Κίνα επιδιώκει να αποδείξει ότι είναι «ισότιμη δύναμη», τόσο αυξάνεται η πίεση στις ΗΠΑ να καταστήσουν σαφέστερες τις κόκκινες γραμμές τους. Αυτή η μετάβαση από την ασάφεια στη σαφήνεια ενέχει τον κίνδυνο να περιορίσει τα περιθώρια αποκλιμάκωσης.
Γεωοικονομικές συνέπειες: από τα μικροτσίπ στις θαλάσσιες οδούς
Η Ταϊβάν δεν είναι μόνο γεωπολιτικό σύμβολο, αλλά και κόμβος της παγκόσμιας βιομηχανίας ημιαγωγών. Μια σύγκρουση ή ακόμη και μια παρατεταμένη κρίση στην περιοχή θα μπορούσε να διαταράξει την τροφοδοσία μικροτσίπ, επηρεάζοντας κλάδους από την αυτοκινητοβιομηχανία μέχρι τις τηλεπικοινωνίες. Η παγκόσμια οικονομία, ήδη ευάλωτη σε εφοδιαστικές αστάθειες, θα βρισκόταν αντιμέτωπη με νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων.
Παράλληλα, οι θαλάσσιες οδοί γύρω από την Ταϊβάν είναι ζωτικές για το παγκόσμιο εμπόριο. Οποιαδήποτε στρατιωτική κλιμάκωση θα ανέβαζε το κόστος ασφάλισης, θα επηρέαζε τα ναύλα και θα αναδιαμόρφωνε τις ροές εμπορευμάτων στην Ασία. Σε βάθος χρόνου, οι επιχειρήσεις θα επιταχύνουν τη στρατηγική «διασποράς κινδύνου», επενδύοντας σε εναλλακτικές αλυσίδες παραγωγής εκτός στενού δυτικοειρηνικού τόξου.
Τι σημαίνει για την αμερικανική στρατηγική στην Ασία
Για τις ΗΠΑ, η Ταϊβάν είναι δείκτης αξιοπιστίας προς συμμάχους όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και οι Φιλιππίνες. Αν η Ουάσινγκτον εμφανιστεί διστακτική, υπονομεύεται η εμπιστοσύνη στο σύστημα συμμαχιών της. Αν, αντίθετα, υιοθετήσει πιο σκληρή γραμμή, αυξάνει ο κίνδυνος άμεσης αντιπαράθεσης με το Πεκίνο.
Η εκτίμηση ότι η Κίνα μπορεί να κινηθεί εντός πενταετίας λειτουργεί ως επιταχυντής αναδιάταξης δυνάμεων στον Ειρηνικό: περισσότερες αμερικανικές ναυτικές και αεροπορικές μονάδες, στενότερη συνεργασία πληροφοριών με περιφερειακούς εταίρους, αλλά και προσπάθεια δημιουργίας μηχανισμών επικοινωνίας με το Πεκίνο για αποφυγή ατυχημάτων. Η ισορροπία ανάμεσα στην αποτροπή και τη σταθερότητα γίνεται λεπτή γραμμή.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, μια κλιμάκωση στο στενό της Ταϊβάν σημαίνει αυξημένη μεταβλητότητα σε ναύλα, ασφάλιστρα και τιμές ενέργειας, αλλά και νέες ευκαιρίες για τον ελληνόκτητο στόλο σε ανακατανομή θαλάσσιων ροών. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή βιομηχανία –και μέσω αυτής η ελληνική μεταποίηση– θα πρέπει να προετοιμαστεί για πιθανές διαταραχές στην προμήθεια ημιαγωγών, επιταχύνοντας στρατηγικές διαφοροποίησης προμηθευτών και ψηφιακού εκσυγχρονισμού.






