Η Ουάσινγκτον επεκτείνει για ακόμη 30 ημέρες την εξαίρεση από τις κυρώσεις στις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου. Η κίνηση αιφνιδιάζει τους Ευρωπαίους εταίρους και προκαλεί ένταση με Κίεβο και Κομισιόν.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να παρατείνουν έως τα μέσα Ιουνίου την προσωρινή άρση των κυρώσεων στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, σε μια κίνηση που επιδιώκει τη σταθεροποίηση της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας αλλά ταυτόχρονα προκαλεί πολιτικές τριβές με την Ευρώπη και την Ουκρανία.
Ενεργειακή σταθερότητα έναντι πίεσης στη Μόσχα
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε, στο περιθώριο της συνεδρίασης των υπουργών Οικονομικών του G7 στο Παρίσι, παράταση 30 ημερών της γενικής άδειας που «παγώνει» την εφαρμογή αμερικανικών κυρώσεων στις ρωσικές εξαγωγές αργού. Αν και οι ΗΠΑ εισάγουν ελάχιστες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου, η απόφαση έχει βαρύνουσα σημασία για μεγάλους αγοραστές όπως η Κίνα και η Ινδία, σε μια συγκυρία περιορισμένης προσφοράς.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Μπέσεντ υποστήριξε ότι η άδεια «θα βοηθήσει στη σταθεροποίηση της φυσικής αγοράς αργού και θα διασφαλίσει ότι το πετρέλαιο φθάνει στις πιο ενεργειακά ευάλωτες χώρες». Παράλληλα, τόνισε ότι η ρύθμιση θα συμβάλει στην ανακατεύθυνση υφιστάμενων ροών προς χώρες «που το έχουν περισσότερο ανάγκη», περιορίζοντας –όπως υποστηρίζει– τη δυνατότητα της Κίνας να αποθηκεύει φθηνό ρωσικό πετρέλαιο.
Η αρχική παύση των κυρώσεων είχε αποφασιστεί αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν τον Φεβρουάριο, όταν το σοκ στην αγορά εκτόξευσε τις διεθνείς τιμές πετρελαίου και τον πληθωρισμό. Ο στρατηγικός στόχος της Ουάσινγκτον είναι να αυξήσει την παγκόσμια προσφορά και να συγκρατήσει τις τιμές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει βραχυπρόθεσμη χαλάρωση της πίεσης προς τη Μόσχα.
Ευρωπαϊκή δυσφορία και κίνδυνος νέας ενεργειακής έντασης
Η απόφαση αιφνιδίασε τους Ευρωπαίους εταίρους. Σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο χώρας του G7, ο Μπέσεντ είχε διαμηνύσει τον προηγούμενο μήνα ότι η εξαίρεση θα λήξει στις 16 Μαΐου. Οι Βρυξέλλες και το Κίεβο είχαν ασκήσει έντονη πίεση για επαναφορά των κυρώσεων, θεωρώντας ότι η αυστηρή εφαρμογή τους είναι κρίσιμη για τη μείωση των εσόδων του Κρεμλίνου, περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Στο ίδιο πλαίσιο ανησυχίας, ο επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, προειδοποίησε στο Παρίσι ότι τα αποθέματα πετρελαίου υποχωρούν με ταχείς ρυθμούς, σημειώνοντας πως τα εμπορικά αποθέματα «εξαντλούνται πολύ γρήγορα». Οι χώρες του G7 είχαν ήδη προχωρήσει, τον Μάρτιο, σε συντονισμένη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, αμέσως μετά την έναρξη της σύρραξης στη Μέση Ανατολή.
Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ ξεκαθάρισε ότι νέα αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων δεν βρίσκεται στην ατζέντα της συνόδου κορυφής των ηγετών του G7 που θα φιλοξενήσει η Γαλλία από 15 έως 17 Ιουνίου, αφήνοντας ωστόσο ανοικτό το ενδεχόμενο το ζήτημα να επανέλθει «τις επόμενες εβδομάδες και μήνες» εφόσον οι τιμές συνεχίσουν την ανοδική πορεία.
Για την Ευρώπη, που έχει ήδη πληρώσει βαρύ ενεργειακό και βιομηχανικό κόστος από τον πόλεμο στην Ουκρανία, η αμερικανική επιλογή συνιστά δύσκολη εξίσωση: από τη μία πλευρά, η αποκλιμάκωση των τιμών πετρελαίου ανακουφίζει οικονομίες και πληθωρισμό· από την άλλη, η χαλάρωση του καθεστώτος κυρώσεων αποδυναμώνει το ενιαίο μέτωπο πίεσης προς το Κρεμλίνο και αναζωπυρώνει τις συζητήσεις για το κατά πόσο η Δύση είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί υψηλότερο ενεργειακό κόστος για γεωπολιτικούς στόχους.
Σχόλιο
: Η παράταση του παγώματος των κυρώσεων αποκαλύπτει το δομικό δίλημμα της Δύσης: η ενεργειακή ασφάλεια και η καταπολέμηση του πληθωρισμού συγκρούονται με τη στρατηγική αποδυνάμωσης των εσόδων της Ρωσίας. Οι ΗΠΑ επιλέγουν μια πιο πραγματιστική προσέγγιση, μεταφέροντας το πολιτικό κόστος στην Ευρώπη, η οποία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης της Ουκρανίας και στην προστασία της δικής της οικονομικής αντοχής.






