ΗΠΑ: Υπόσχεση Τραμπ σε Νετανιάχου για πυρηνικό φρένο στο Ιράν

Ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να διαβεβαίωσε τον Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι καμία νέα συμφωνία με την Τεχεράνη δεν θα αγνοήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου. Το μήνυμα καθησυχάζει μερικώς το Ισραήλ, αλλά αναδεικνύει τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή.

Η υπόσχεση του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, όπως μεταδίδεται από το ισραηλινό Channel 13, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα «εγκαταλείψουν» το ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου σε μια ενδεχόμενη νέα συμφωνία με το Ιράν, εντάσσεται σε ένα γνώριμο μοτίβο: σκληρή ρητορική, ευέλικτη διαπραγμάτευση. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να ανοίξει ξανά τον διάλογο με την Τεχεράνη, χωρίς να χάσει την εμπιστοσύνη του βασικού της συμμάχου στη Μέση Ανατολή.

Τι φοβάται το Ισραήλ από μια νέα συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν;

Σύμφωνα με ισραηλινή πηγή που επικαλούνται τα τοπικά μέσα, η κυβέρνηση Νετανιάχου στηρίζει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αλλά εκτιμά ότι «αργά ή γρήγορα θα αποτύχουν». Αυτή η διπλή στάση δεν είναι παράδοξη: το Ισραήλ γνωρίζει ότι η απουσία συμφωνίας ενισχύει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτου πυρηνικού προγράμματος στην Τεχεράνη, αλλά φοβάται εξίσου μια «χαλαρή» συμφωνία που θα παγίωνε υψηλά επίπεδα εμπλουτισμού με διεθνή σφραγίδα.

Η μνήμη της συμφωνίας του 2015 (JCPOA), από την οποία ο Τραμπ αποχώρησε μονομερώς, παραμένει καθοριστική. Για την ισραηλινή ηγεσία, κάθε νέα ρύθμιση πρέπει να περιορίζει πολύ αυστηρότερα τον κύκλο παραγωγής ουρανίου, να επιμηκύνει δραστικά τον «χρόνο διαφυγής» προς την κατασκευή πυρηνικού όπλου και να συνοδεύεται από σαφές πλαίσιο επιθεωρήσεων. Διαφορετικά, η συμφωνία θεωρείται ότι νομιμοποιεί ένα «παραπλήσιο» πυρηνικό καθεστώς στην περιοχή.

Η διπλή ατζέντα της Ουάσινγκτον στη Μέση Ανατολή

Η αμερικανική διοίκηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο στόχους: να αποτρέψει την πυρηνική κλιμάκωση με το Ιράν και να διατηρήσει τη στρατηγική της σχέση με το Ισραήλ. Η διαβεβαίωση Τραμπ προς τον Νετανιάχου λειτουργεί ως πολιτική «ασφάλεια» για το Τελ Αβίβ, την ώρα που η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να αγνοήσει την ανάγκη σταθεροποίησης της ενεργειακά κρίσιμης περιοχής του Περσικού Κόλπου.

Για τις ΗΠΑ, μια ελεγχόμενη συμφωνία με την Τεχεράνη θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο πολεμικής ανάφλεξης στα Στενά του Ορμούζ, να περιορίσει τις επιθέσεις μέσω πληρεξουσίων (proxy) σε περιφερειακά μέτωπα και να επιτρέψει την ανακατεύθυνση πόρων προς την αντιπαράθεση με την Κίνα. Όμως κάθε βήμα προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να «περάσει» από το φίλτρο του Κογκρέσου και του ισραηλινού παράγοντα, που παραδοσιακά ασκεί έντονη επιρροή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Ο εμπλουτισμός ουρανίου ως μοχλός διαπραγμάτευσης

Το ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου δεν είναι απλώς τεχνικό, αλλά ο πυρήνας της διαπραγμάτευσης. Για την Τεχεράνη, η δυνατότητα εμπλουτισμού σε μεσαία επίπεδα αποτελεί σύμβολο κυριαρχίας και διαπραγματευτικό χαρτί για άρση κυρώσεων. Για την Ουάσινγκτον, είναι η κόκκινη γραμμή που καθορίζει αν το Ιράν θα μείνει σε απόσταση ασφαλείας από το πυρηνικό όπλο.

Η υπόσχεση Τραμπ ότι το θέμα δεν θα «αφεθεί στην άκρη» σημαίνει, στην πράξη, ότι κάθε μελλοντική συμφωνία θα συνδεθεί με συγκεκριμένα όρια εμπλουτισμού, αποθέματα ουρανίου και καθεστώς επιθεωρήσεων. Ωστόσο, η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας δείχνει ότι οι τεχνικοί περιορισμοί έχουν περιορισμένο ορίζοντα, αν δεν συνοδεύονται από ευρύτερη συμφωνία ασφαλείας στην περιοχή. Διαφορετικά, κάθε κρίση – από τη Συρία μέχρι την Υεμένη – μπορεί να ανατινάξει το εύθραυστο πλαίσιο.

Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την περιφερειακή ασφάλεια

Η ισραηλινή εκτίμηση ότι οι διαπραγματεύσεις θα αποτύχουν κάποια στιγμή αποκαλύπτει μια βαθύτερη δυσπιστία: ότι το ιρανικό καθεστώς χρησιμοποιεί τον χρόνο για να βελτιώσει την τεχνογνωσία του, ανεξαρτήτως συμφωνιών. Αν αυτό το σενάριο επιβεβαιωθεί, η Μέση Ανατολή κινδυνεύει να εισέλθει σε μια άτυπη κούρσα πυρηνικής ισορροπίας, με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία να εξετάζουν δικές τους επιλογές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αμερικανική υπόσχεση προς το Ισραήλ αποκτά μακροπρόθεσμη σημασία: είτε θα αποτελέσει το προοίμιο μιας πιο σφιχτής, πολυμερούς συμφωνίας με το Ιράν, είτε θα λειτουργήσει ως προετοιμασία για ένα σενάριο αυξημένης αποτροπής και πιθανής στρατιωτικής κλιμάκωσης. Και στις δύο περιπτώσεις, η περιοχή παραμένει δέσμια των αποφάσεων της Ουάσινγκτον, της Τεχεράνης και του Τελ Αβίβ.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, κάθε κίνηση που μειώνει τον κίνδυνο ανοιχτής σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν είναι κρίσιμη για τη σταθερότητα των τιμών ενέργειας. Η Ελλάδα, ως εισαγωγέας πετρελαίου και αναδυόμενος κόμβος φυσικού αερίου και ναυτιλίας υδρογονανθράκων, εξαρτάται από την ομαλή ροή μέσω του Περσικού Κόλπου. Μια συμφωνία που θα περιορίζει την ένταση χωρίς να οδηγεί σε νέους γύρους κυρώσεων μπορεί να συγκρατήσει το κόστος καυσίμων, να βελτιώσει την ορατότητα για τις ελληνικές ναυτιλιακές και να διευκολύνει τον σχεδιασμό επενδύσεων σε λιμάνια και υποδομές ενέργειας. Αντιθέτως, αποτυχία των συνομιλιών και αναζωπύρωση της κρίσης θα μεταφραστεί σε αυξημένη μεταβλητότητα στις τιμές πετρελαίου και ναύλων, συμπιέζοντας τα δημοσιονομικά περιθώρια και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας.

#ΗΠΑ #Ιράν #Ισραήλ #Ουράνιο #ΜέσηΑνατολή

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.