Οι μισοί Έλληνες δεν θα φύγουν φέτος για διακοπές, ενώ όσοι ταξιδέψουν στρέφονται σε πιο οικονομικές λύσεις διαμονής και διατροφής. Η έρευνα του ΙΕΛΚΑ αποτυπώνει υβριδική συμπεριφορά: αυστηρός έλεγχος δαπανών, αλλά ενίσχυση της τοπικής αγοράς τροφίμων.
Η φετινή εικόνα των καλοκαιρινών διακοπών των Ελλήνων δείχνει μια κοινωνία που προσπαθεί να διασώσει το δικαίωμα στην ανάπαυση, αλλά με αυστηρό δημοσιονομικό έλεγχο σε επίπεδο νοικοκυριού. Έρευνα του ΙΕΛΚΑ, που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο 2026 σε δείγμα 700 καταναλωτών, καταγράφει ότι ένας στους δύο δεν προγραμματίζει διακοπές, ενώ όσοι ταξιδεύουν υιοθετούν «οικονομικούς τύπους» διακοπών, με περιορισμένη διάρκεια, φθηνότερη διαμονή και εντατική χρήση σούπερ μάρκετ και τοπικών καταστημάτων τροφίμων.
Τι δείχνει η έρευνα για το αν και πώς θα κάνουν διακοπές
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 50% των ερωτηθέντων δεν σχεδιάζει καθόλου διακοπές για το καλοκαίρι του 2026, ποσοστό οριακά βελτιωμένο από το 52% του 2025. Το υπόλοιπο 50% σκοπεύει να ταξιδέψει, αλλά κυρίως με περιορισμούς: το 34% δηλώνει ότι θα κάνει έστω και περιορισμένες διακοπές, το 14% σκοπεύει να ταξιδέψει όπως κάθε χρόνο και μόλις 2% περισσότερες ημέρες.
Για όσους τελικά φύγουν, ο σχεδιασμός είναι συγκρατημένος. Το 42% προβλέπει διάρκεια 4 έως 7 ημερών και το 29% 8 έως 14 ημερών, με τον μέσο χρόνο διακοπών να διαμορφώνεται στις 11,4 ημέρες, πρακτικά στα ίδια επίπεδα με πέρυσι (11,3 ημέρες. Η σταθερότητα στη διάρκεια, σε συνδυασμό με την επιμονή του 50% να μην πάει καθόλου διακοπές, αναδεικνύει μια χώρα δύο ταχυτήτων: όσοι μπορούν, διατηρούν το βασικό «πακέτο» διακοπών, ενώ ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού παραμένει εκτός.
Στροφή σε εξοχικά, ενοικιαζόμενα και αποφυγή ακριβών πακέτων
Στο σκέλος της διαμονής, η εικόνα είναι σαφής: οι Έλληνες αναζητούν στέγη χαμηλότερου κόστους. Το 35% επιλέγει δική του εξοχική κατοικία, το 18% εξοχικό τρίτων ή μίσθωση αντίστοιχου τύπου, ενώ ένα ακόμη 35% στρέφεται σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, κατηγορία που παρουσιάζει σημαντική άνοδο σε σχέση με πέρυσι. Μόνο το 14% επιλέγει ξενοδοχεία (10% χωρίς διατροφή και 4% με πλήρη διατροφή), ενώ camping επιλέγει το 8% και ταξίδι στο εξωτερικό το 9%.
Οι πιο κοστοβόρες επιλογές, όπως ξενοδοχεία all inclusive και κρουαζιέρες, παραμένουν περιθωριακές. Το μοτίβο δείχνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά αναζητούν λύσεις που μειώνουν το σταθερό κόστος διαμονής, απελευθερώνοντας μέρος του προϋπολογισμού για άλλες ανάγκες ή για παράταση της παραμονής. Η αυξημένη χρήση εξοχικών, ιδιόκτητων ή φιλικών, λειτουργεί ως «ιδιωτικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας», υποκαθιστώντας εν μέρει την αδυναμία πρόσβασης σε ξενοδοχειακές υπηρεσίες.
Προορισμοί: προτεραιότητα στην ηπειρωτική Ελλάδα και στον περιορισμό μεταφορικού κόστους
Ως προς τους προορισμούς, η επιλογή των καταναλωτών δείχνει προσπάθεια περιορισμού του κόστους μετακίνησης. Η ηπειρωτική Ελλάδα κοντά σε παραθαλάσσιες περιοχές συγκεντρώνει το 57% των προτιμήσεων, τα νησιά το 38%, ενώ η ορεινή ηπειρωτική χώρα αποτελεί επιλογή για το 11%. Το 9% δηλώνει πρόθεση για διακοπές στο εξωτερικό.
Η ισχυρή προτίμηση στην παραθαλάσσια ηπειρωτική Ελλάδα συνδέεται με την αποφυγή των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, τα οποία έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η τουριστική κίνηση τείνει να ενισχύσει περισσότερο προορισμούς που είναι προσβάσιμοι οδικώς, αφήνοντας πιο εκτεθειμένα τα νησιά που εξαρτώνται από θαλάσσια μεταφορά, ειδικά όσα δεν έχουν ισχυρή διεθνή ζήτηση.
Μαγειρεύουν στις διακοπές, γεμίζουν τα καρότσια στα τοπικά καταστήματα
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της έρευνας είναι η μεταβολή της συμπεριφοράς ως προς τη διατροφή στις διακοπές. Το 41% δηλώνει ότι μαγειρεύει συχνά, το 70% επισκέπτεται συστηματικά σούπερ μάρκετ ή μίνι μάρκετ και το 79% φούρνους και αρτοποιεία. Μόνο το 28% αναφέρει ότι δεν μαγειρεύει ποτέ στις διακοπές.
Η εικόνα παραπέμπει σε ένα μοντέλο «διακοπών με νοικοκυριό»: οι καταναλωτές μεταφέρουν στην περίοδο των διακοπών πρακτικές εξοικονόμησης που ακολουθούν όλο τον χρόνο, περιορίζοντας την κατανάλωση σε εστιατόρια, καφέ και μπαρ. Ταυτόχρονα, πάνω από τους μισούς (62%) δηλώνουν ότι προτιμούν να αγοράζουν τοπικά προϊόντα, ενισχύοντας την τοπική οικονομία αλλά και αναζητώντας αυθεντικές, σχετικά προσιτές γεύσεις.
Το αποτέλεσμα είναι μια υβριδική καταναλωτική στάση: από τη μία πλευρά, αυστηρός έλεγχος δαπανών και υψηλή διατροφική αυτάρκεια μέσω μαγειρέματος. Από την άλλη, ενίσχυση της τοπικής αγοράς τροφίμων, με έντονη παρουσία φούρνων, παντοπωλείων και μικρών και μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ στις καθημερινές αγορές των παραθεριστών.
Πίεση στον προϋπολογισμό: ποιο κόστος «πονέει» περισσότερο
Το 45% του κοινού δηλώνει ότι θα μειώσει φέτος τη δαπάνη για αγορές στις διακοπές. Στους επιβαρυντικούς παράγοντες, το αυξημένο κόστος εισιτηρίων καταγράφεται ως το πιο σημαντικό, ακολουθεί το κόστος εστίασης και στη συνέχεια το κόστος διαμονής, το οποίο φαίνεται να περιορίζεται μέσω της στροφής σε εξοχικά και ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Η ιεράρχηση αυτή δείχνει ότι το μεταφορικό κόστος λειτουργεί πλέον ως βασικός φραγμός πρόσβασης σε συγκεκριμένους προορισμούς, ιδιαίτερα νησιωτικούς. Η εστίαση, αν και επίσης επιβαρυντική, αντιμετωπίζεται με την επιλογή του μαγειρέματος και τη στροφή στα καταστήματα τροφίμων. Αντίθετα, η διαμονή προσαρμόζεται μέσω επιλογών μικρότερης τιμής, χωρίς να ακυρώνεται πλήρως η εμπειρία των διακοπών.
Το νέο καλοκαιρινό καταναλωτικό μοντέλο και οι τοπικές οικονομίες
Στο επίπεδο των σημείων πώλησης, η έρευνα αποτυπώνει μια ισχυρή παρουσία της τοπικής αγοράς. Το 68% των ερωτηθέντων προμηθεύεται τρόφιμα από φούρνους και αρτοποιεία, το 66% από μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, το 48% από μικρές αλυσίδες και το 41% από μίνι μάρκετ. Η διασπορά αυτή παραπέμπει σε ένα πλέγμα κατανάλωσης όπου συνυπάρχουν οργανωμένο λιανεμπόριο και μικρότερες τοπικές επιχειρήσεις.
Σε σχέση με τον υπόλοιπο χρόνο, το καλοκαίρι φαίνεται να ενισχύει τη βαρύτητα της τοπικής αγοράς στις επιλογές των καταναλωτών. Οι παραθεριστές δεν περιορίζονται σε μία μόνο κατηγορία καταστήματος, αλλά επιδιώκουν πρόσβαση σε φρέσκα, ποιοτικά προϊόντα και σε ό,τι είναι διαθέσιμο στην εκάστοτε περιοχή. Έτσι, σχηματίζεται ένα καταναλωτικό προφίλ που, παρά τον περιορισμό της συνολικής δαπάνης, διοχετεύει σημαντικό μέρος των χρημάτων σε τοπικές οικονομίες μέσω των αγορών τροφίμων.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για τουρισμό, λιανεμπόριο και πολιτική
Η εικόνα που προκύπτει από την έρευνα του ΙΕΛΚΑ υπερβαίνει τη συγκυρία του καλοκαιριού του 2026. Αναδεικνύει μια σταθεροποίηση ενός «λιτού» μοντέλου τουριστικής κατανάλωσης από τα ελληνικά νοικοκυριά, όπου το ταξίδι διατηρείται, αλλά με προσαρμογές σε διάρκεια, τύπο διαμονής και τρόπο κατανάλωσης. Το γεγονός ότι το ποσοστό όσων δεν πάνε καθόλου διακοπές παραμένει κοντά στο 50% δείχνει ότι η βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ευρεία αποκατάσταση της τουριστικής δαπάνης των Ελλήνων.
Για τον τουριστικό κλάδο, τα ευρήματα σημαίνουν ότι η εγχώρια ζήτηση παραμένει μεν υπαρκτή, αλλά πιο ευαίσθητη σε τιμές μεταφορών και εστίασης και με προτίμηση σε ευέλικτες, χαμηλότερου κόστους λύσεις. Για το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων, το καλοκαίρι εξελίσσεται σε κρίσιμη περίοδο, όπου η κατανάλωση μεταφέρεται γεωγραφικά σε τουριστικούς προορισμούς, ενισχύοντας τον ρόλο των τοπικών καταστημάτων και των συνεργασιών με μικρούς παραγωγούς.
Σε θεσμικό επίπεδο, η έμφαση του κοινού στο κόστος εισιτηρίων και στη στροφή προς οδικά προσβάσιμους προορισμούς θέτει στο προσκήνιο την ανάγκη πιο στοχευμένης πολιτικής για το μεταφορικό κόστος, ιδιαίτερα για τα νησιά. Παράλληλα, η τάση ενίσχυσης των τοπικών προϊόντων μπορεί να αξιοποιηθεί ως μοχλός βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνδεθεί με σταθερές επενδύσεις στην τοπική παραγωγή και στις υποδομές εφοδιαστικής αλυσίδας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, τα ευρήματα της έρευνας ΙΕΛΚΑ σημαίνουν ότι το καλοκαίρι παραμένει περίοδος έντονης κατανάλωσης, αλλά με διαφορετική κατανομή: λιγότερα χρήματα σε ξενοδοχεία και εστίαση, περισσότερα σε τρόφιμα και τοπικά καταστήματα. Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ και οι παραγωγοί τοπικών προϊόντων έχουν ευκαιρία να ενισχύσουν την παρουσία τους σε τουριστικές περιοχές, προσαρμόζοντας κωδικολογίο, τιμολογιακή πολιτική και υπηρεσίες. Για τις επιχειρήσεις φιλοξενίας και εστίασης, το μήνυμα είναι ότι η εγχώρια πελατειακή βάση γίνεται πιο επιλεκτική και ευαίσθητη στο κόστος, κάτι που καθιστά κρίσιμη τη στόχευση σε αξία έναντι τιμής. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η διατήρηση τόσο υψηλού ποσοστού πολιτών χωρίς διακοπές λειτουργεί ως δείκτης ότι η βελτίωση των δεικτών ανάπτυξης δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ευρεία αίσθηση οικονομικής άνεσης, στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί στον σχεδιασμό της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
#ΙΕΛΚΑ #τουρισμός #διακοπές #λιανεμπόριο #ελληνική_οικονομία






