Η Τεχεράνη μιλά για ταυτόχρονα «μακρινή και κοντινή» συμφωνία με τις ΗΠΑ, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις δηλώνουν πλήρη ετοιμότητα. Το διπλό μήνυμα αποτυπώνει μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη διπλωματία και την αποτροπή στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Η πρόσφατη τοποθέτηση του εκπροσώπου του υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν, Εσμαΐλ Μπαγκαΐ, ότι μια συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ταυτόχρονα «πολύ μακριά και πολύ κοντά», συμπυκνώνει την αντιφατική φύση των αμερικανοϊρανικών σχέσεων. Ενώ η Τεχεράνη αναγνωρίζει σύγκλιση απόψεων έπειτα από εβδομάδες επαφών, το ιρανικό στρατιωτικό επιτελείο στέλνει παράλληλο μήνυμα ετοιμότητας για «αποφασιστική και συνολική» απάντηση σε κάθε απειλή.
Διπλωματική σύγκλιση με φόντο βαθιά δυσπιστία
Σύμφωνα με τον Μπαγκαΐ, οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν «συγκλίνει» τις τελευταίες εβδομάδες, με στόχο την κατάρτιση μνημονίου κατανόησης, το οποίο η Τεχεράνη δηλώνει ότι επιδιώκει πλέον να οριστικοποιήσει. Η διατύπωση αυτή παραπέμπει σε προσπάθεια θεσμοθέτησης ενός πλαισίου συνεννόησης, χωρίς να γίνεται σαφές αν αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα ή και ευρύτερα ζητήματα ασφάλειας στην περιοχή.
Η αναφορά όμως στην «εμπειρία των αντιφάσεων της αμερικανικής πλευράς» υπενθυμίζει το βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης που άφησε η αποχώρηση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία του 2015. Για την ιρανική ηγεσία, κάθε νέα φόρμουλα συνεννόησης πρέπει να είναι πολιτικά υπερασπίσιμη στο εσωτερικό, σε ένα περιβάλλον όπου η σκληρή γραμμή παραμένει ισχυρή.
Στρατιωτική αποτροπή και σήμα προς την Ουάσιγκτον
Την ώρα που η διπλωματική γλώσσα μιλά για προσέγγιση, οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις διακηρύσσουν ότι είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν «ολοκληρωτικά» κάθε απειλή ή επίθεση. Η δήλωση αυτή, σε συνδυασμό με αναφορές περί αμερικανικής προετοιμασίας για πιθανή νέα επίθεση, λειτουργεί ως εργαλείο αποτροπής αλλά και ως μήνυμα προς την Ουάσιγκτον ότι η διαπραγμάτευση διεξάγεται υπό την σκιά στρατιωτικής έντασης.
Η ταυτόχρονη προβολή διάθεσης συνεννόησης και στρατιωτικής ετοιμότητας δεν είναι νέα τακτική για την Τεχεράνη. Αντίθετα, αποτελεί σταθερό μοτίβο της ιρανικής εξωτερικής πολιτικής: η διπλωματία πλαισιώνεται από μια ρητορική ισχύος, ώστε τυχόν συμβιβασμοί να μην εκληφθούν ως αδυναμία από το εσωτερικό ακροατήριο και τους περιφερειακούς αντιπάλους.
Μακροπρόθεσμο διακύβευμα: κυρώσεις, πετρέλαιο και περιφερειακή σταθερότητα
Πέρα από τη ρητορική, το ουσιαστικό διακύβευμα είναι αν μια ενδεχόμενη κατανόηση ΗΠΑ–Ιράν μπορεί να οδηγήσει, έστω σταδιακά, σε χαλάρωση κυρώσεων και σε πιο προβλέψιμο πλαίσιο ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Η ιρανική οικονομία παραμένει υπό πίεση από τις αμερικανικές κυρώσεις, με περιορισμένη πρόσβαση σε διεθνή κεφάλαια και αγορές, γεγονός που καθιστά κάθε παράθυρο οικονομικής ανάσας πολιτικά σημαντικό για την Τεχεράνη.
Για την παγκόσμια αγορά ενέργειας, οποιαδήποτε ουσιαστική πρόοδος στις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει, σε βάθος χρόνου, τον χάρτη της προσφοράς πετρελαίου. Η πλήρης επανένταξη του ιρανικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, αν και δεν βρίσκεται ακόμη σε ορατό ορίζοντα, θα είχε δυνητικά αποπληθωριστική επίδραση στο κόστος ενέργειας, μειώνοντας τον γεωπολιτικό κίνδυνο στην τιμολόγηση του αργού.
Τι σημαίνει για την Ευρώπη και την ελληνική οικονομία
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, μια σταθερότερη σχέση ΗΠΑ–Ιράν θα μπορούσε να μεταφραστεί σε χαμηλότερο γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές ενέργειας και σε μικρότερη μεταβλητότητα στις αγορές. Η Ευρώπη, που ήδη επιδιώκει διαφοροποίηση πηγών προμήθειας και μείωση εξάρτησης από ευάλωτες διαδρομές, έχει άμεσο συμφέρον σε ένα λιγότερο εκρηκτικό περιβάλλον στον Περσικό Κόλπο.
Για την Ελλάδα, ως εισαγωγέα ενέργειας και ναυτιλιακή δύναμη με έντονη παρουσία στα δεξαμενόπλοια, η εξίσωση είναι διπλή. Από τη μία, η αποκλιμάκωση έντασης γύρω από το Ιράν θα περιόριζε τον κίνδυνο απότομων αυξήσεων στο ενεργειακό κόστος και θα ενίσχυε τη μακροοικονομική προβλεψιμότητα. Από την άλλη, τα ελληνόκτητα πλοία που δραστηριοποιούνται στην περιοχή θα λειτουργούσαν σε περιβάλλον μειωμένου ασφαλιστικού και επιχειρησιακού κινδύνου, κάτι που επηρεάζει τόσο τα ασφάλιστρα όσο και τον σχεδιασμό δρομολογίων.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η εξέλιξη των αμερικανοϊρανικών σχέσεων δεν είναι μια μακρινή γεωπολιτική ιστορία, αλλά παράγοντας που επηρεάζει άμεσα το ενεργειακό κόστος, τη ναυτιλιακή δραστηριότητα και, τελικά, τον πληθωρισμό. Μια σταδιακή αποκλιμάκωση θα ενίσχυε τη σταθερότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, δίνοντας μεγαλύτερο περιθώριο στον δημοσιονομικό σχεδιασμό και στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ να λειτουργούν χωρίς την πίεση αιφνίδιων ενεργειακών σοκ.






