Η Τεχεράνη ανεβάζει κατακόρυφα τη ρητορική έντασης, κατηγορώντας ΗΠΑ και Ισραήλ για «κατασκευή κρίσεων» και εργαλειοποίηση της ενέργειας. Πίσω από τις δηλώσεις κρύβεται η μάχη για τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών και της αφήγησης περί σταθερότητας.
Η νέα επίθεση της Τεχεράνης κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, με ευθεία σύγκριση προς τον υπουργό Προπαγάνδας της ναζιστικής Γερμανίας Γιόζεφ Γκέμπελς, σηματοδοτεί μια ακόμη κλιμάκωση στο μέτωπο της πολιτικής ρητορικής στη Μέση Ανατολή. Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν, Εσμαΐλ Μπαγκαΐ, κατηγόρησε τις δύο χώρες για «πολεμοκαπηλία» και «κατασκευή κρίσεων», συνδέοντας ευθέως τη σύγκρουση με την ασφάλεια των ενεργειακών διαδρόμων.
Η κατηγορία περί «πολέμου επιλογής» και η μάχη της αφήγησης
Ο Ιρανός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι η Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ προωθούν μια «μεγάλη ψευδολογία» για να δικαιολογήσουν έναν «παράνομο πόλεμο επιλογής», επικαλούμενες ότι δήθεν «διαφυλάσσουν την ειρήνη και τη σταθερότητα στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές». Η Τεχεράνη αντιστρέφει το επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι αυτές που διέλυσαν τις διπλωματικές προσπάθειες αποκλιμάκωσης και εισήγαγαν ανασφάλεια στις κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.
Η αναφορά στον Γκέμπελς και στην περίφημη ρήση «Κατηγόρησε τους άλλους γι’ αυτό που κάνεις ο ίδιος» δεν είναι τυχαία. Το Ιράν επιχειρεί να πλαισιώσει την αντιπαράθεση όχι μόνο ως στρατιωτική ή γεωπολιτική, αλλά ως μάχη για την αξιοπιστία της πληροφόρησης και τη νομιμοποίηση των επεμβάσεων. Σε αυτό το επίπεδο, η σύγκρουση μεταφέρεται από το πεδίο των όπλων στο πεδίο της δημόσιας σφαίρας και της διεθνούς κοινής γνώμης.
Ενέργεια, θαλάσσιες οδοί και η γεωπολιτική της αστάθειας
Κεντρικό σημείο των ιρανικών αιτιάσεων είναι ότι η «απρόκλητη στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν» –όπως τη χαρακτηρίζει– στόχευσε να διαμορφώσει περιβάλλον ανασφάλειας σε βασικές ενεργειακές διαδρομές. Η Τεχεράνη κατηγορεί τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι πρώτα αποσταθεροποιούν τη ναυσιπλοΐα και τις υποδομές και στη συνέχεια εμφανίζονται ως «εγγυητές της σταθερότητας» για να δικαιολογήσουν στρατιωτική παρουσία και κυρώσεις.
Σε μια περιοχή όπου τα Στενά του Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα και η Ανατολική Μεσόγειος λειτουργούν ως αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας, κάθε τέτοια ρητορική σύγκρουση έχει πρακτικό αποτύπωμα: αυξάνει το γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές του πετρελαίου, ενισχύει την αβεβαιότητα για την ασφάλεια των φορτίων και δίνει άλλοθι για αναδιάταξη ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή.
Από την «κατασκευή κρίσεων» στη διαχείριση της διεθνούς τάξης
Η κατηγορία του Ιράν ότι ΗΠΑ και Ισραήλ «κατασκευάζουν κρίσεις και πολέμους» για να έρθουν μετά ως διαχειριστές της σταθερότητας αγγίζει τον πυρήνα της συζήτησης για τη μεταψυχροπολεμική διεθνή τάξη. Η Τεχεράνη επιχειρεί να εντάξει τη δική της θέση σε ένα ευρύτερο αφήγημα περί κατάχρησης ισχύος, όπου οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν την ασφάλεια της ενέργειας ως πρόσχημα για μόνιμη στρατιωτική παρουσία.
Από θεσμική σκοπιά, τέτοιες συγκρούσεις ρητορικής φέρνουν σε δύσκολη θέση τους διεθνείς οργανισμούς, που καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη για ελεύθερη ναυσιπλοΐα και στο αίτημα για σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών. Όταν η κατηγορία περί «προπαγάνδας τύπου Γκέμπελς» εισέρχεται στο διπλωματικό λεξιλόγιο, η δυνατότητα για ουδέτερη διαμεσολάβηση περιορίζεται και ενισχύονται τα μπλοκ συμφερόντων.
Τι προμηνύει η κλιμάκωση για τη Μέση Ανατολή
Η αυξανόμενη χρήση ιστορικά φορτισμένων αναλογιών δείχνει ότι η αντιπαράθεση Ιράν–ΗΠΑ–Ισραήλ δεν βρίσκεται κοντά σε πολιτική εκτόνωση. Αντίθετα, διαμορφώνεται ένα σταθερά υψηλό επίπεδο έντασης, όπου κάθε επεισόδιο –διπλωματικό ή στρατιωτικό– εντάσσεται σε ένα αφήγημα υπαρξιακής σύγκρουσης. Αυτό δυσχεραίνει τις επιλεκτικές συνεννοήσεις για επιμέρους ζητήματα, όπως η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας ή οι ενεργειακές ροές.
Μακροπρόθεσμα, η θεσμική αρχιτεκτονική της περιοχής –από τις συμφωνίες ασφαλείας μέχρι τα σχήματα ενεργειακής συνεργασίας– κινδυνεύει να παγιωθεί σε λογική «μπλοκ» αντί για ανοιχτά, πολυμερή σχήματα. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη εξάρτηση από διμερείς συμφωνίες ισχύος και μικρότερο ρόλο για κανόνες που ισχύουν οριζόντια για όλους τους παίκτες.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε κλιμάκωση στη ρητορική Ιράν–ΗΠΑ–Ισραήλ μεταφράζεται σε αυξημένο ρίσκο για τις ναυτιλιακές και ενεργειακές ροές που διασχίζουν τις ίδιες θαλάσσιες οδούς με τα ελληνόκτητα πλοία. Η Ελλάδα, ως ναυτιλιακή δύναμη και περιφερειακός ενεργειακός κόμβος, επωφελείται βραχυπρόθεσμα από υψηλότερα ναύλα, αλλά με τίμημα την ενίσχυση της μεταβλητότητας στο κόστος ενέργειας και την ανάγκη για διαρκή προσαρμογή της εξωτερικής πολιτικής της μεταξύ ανταγωνιστικών συμμαχιών. Η θεσμική πρόκληση για την Αθήνα είναι να αξιοποιήσει τον ρόλο της στην ΕΕ και την Ανατολική Μεσόγειο για να προωθήσει κανόνες ασφαλείας στη ναυσιπλοΐα που μειώνουν το γεωπολιτικό ασφάλιστρο, χωρίς να εγκλωβίζεται σε λογικές μετωπικής αντιπαράθεσης.






